Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Aμαξοστοιχία 410





The KKK took my baby away...
                                    
                                   Ramones.




                                                   Aμαξοστοιχία 410




Kωλοζέστη!’
Άνοιξα το παγωμένο νερό μου, και κατέβασα 2 ροζ Luvox με τρεις μεγάλες γουλιές. Το στομάχι μου διαμαρτυρήθηκε. Είχα άλλωστε να φάω οτιδήποτε από την προηγούμενη. Τελευταία δεν έτρωγα και πολλά, και ο καύσωνας δεν βοηθούσε.
    Η ζέστη στην Αθήνα τον Αύγουστο είναι ανυπόφορη. Κοίταξα το πράσινο λεωφορείο μπροστά μου. Άκουσα την μηχανή να δουλεύει στο ρελαντί. Είχα 10 λεπτά ακόμα ( πάντα σε περίπτωση που δεν θα είχαμε καθυστέρηση) . Ευχήθηκα να είναι αναμμένος ο κλιματισμός και μπήκα.
   Ήταν αναμμένος. Θεέ τι ανακούφιση. Αλλά απ’την άλλη, για κάτι τέτοιες μαλακίες σχεδόν πάντα ακούει ο Θεός . ‘Μόνο όταν πραγματικά τον χρειάζεσαι κάνει τον κούφο και κοιτά αλλού’ σκέφτηκα καθώς βυθιζόμουν στο κάθισμα μου. Το κρύο βελουτέ ύφασμα έκανε το δέρμα μου να ανατριχιάσει αλλά το καλοδέχτηκα.
   Ίσως η ξαφνική ανακούφιση από την ζεστή - είχα κυριολεκτικά βράσει όλη μέρα στους δρόμους της πρωτεύουσας, ίσως τα Luvox (‘δεν προκαλούν υπνηλία’ αλλά δεν είμαι και τόσο σίγουρος ) με έριξαν σε έναν χωρίς όνειρα λήθαργο σε λιγότερο από 5 λεπτά. Ξύπνησα 4 περίπου ώρες αργότερα.
   Ο λόγος που ξύπνησα ήταν κατά κάποιο τρόπο και ο λόγος που έπαιρνα αυτά τα γαμημένα ροζ χάπια εδώ και 3 χρόνια.
   Άνοιξα τα μάτια μου και ανακάθισα τρομαγμένος. Κοίταξα πίσω μου. Τρεις σειρές πιο πίσω δυο κατάξανθα παιδιά, όρθια πάνω στα καθίσματα διαπληκτιζόντουσαν έντονα για την κατοχή ενός πλαστικού κόκκινου δεινόσαυρου.
«Φέρτο!» ούρλιαξε το κορίτσι.
«Είναι δικό μου!» το αγόρι.
«Όχι»
«ΝΑΙ!»
«ΟΧΙ»
«ΝΑΙ!!»
Ο κύριος που καθόταν παραδίπλα έστρωσε  μηχανικά τον γιακά του, ανακάθισε στην θέση του και έριξε στα δυο παιδιά ένα άγριο βλέμμα.
«Ήταν στο δικό μου παγωτό χαζή!» τσίριξε το αγοράκι. Πολλά από τα δοντάκια του έλειπαν, και ακούστηκε πιο πολύ σαν «Ήταν θτο δικό μου παγωτό χαδή».
Τα πανομοιότυπα χαρακτηριστικά τους δεν άφηναν περιθώριο αμφιβολίας για την συγγένεια τους. Το κορίτσι πρέπει να ήταν γύρω στα 4, το αγόρι τουλάχιστον ένα χρόνο μικρότερο και πολύ πιο μικρόσωμο.
«Καλά μην μου το δίνεις, χέστηκα!» είπε με στόμφο η μικρή και άρπαξε το χέρι του αδελφού της. Το κράτησε σφικτά με τα δυο της χεριά. Έμπηξε τα δόντια της στα δάχτυλα του αδελφού της και του άνοιξε την παλάμη, κατοχυρώνοντας έτσι το πολύτιμο τρόπαιο της.
Το αγοράκι άρχισε να τσιρίζει. Πολλοί από τους επιβάτες ακόμα και αυτοί από τις μπροστά θέσεις, γύρισαν τα κεφάλια τους. Εγώ είχα παγώσει.
«Δεν μπορεί! Όχι στον ίδιο άνθρωπο δυο φόρες, δεν γίνεται!» Τα χεριά μου είχαν ιδρώσει παρά τον δυνατό κλιματισμό.
«Mα σας παρακαλώ, τι πράγματα είναι αυτά;» είπε μια παχουλή γυναίκα που καθόταν μπροστά από τον τύπο με τον πουκάμισο. Αυτό πήγαινε στην ξανθιά, αρκετά όμορφη γυναίκα που καθόταν πίσω από τα παιδιά . Στην αγκαλιά της είχε ένα στρουμπουλό μωρό. Θα στοιχημάτιζα ότι ήταν η μητέρα τους. Το κορίτσι ήταν σαν μικρογραφία της.
«Χάρη κάνε ησυχία αγόρι μου, γιατί φωνάζετε;»
«Με δαγκωθε, μαμά με δάγκωθε» όρθωσε το επιχείρημα του ο Χάρης.
«Ψέματα!» αντέκρουσε με σιγουριά η αδερφή του.
«Αλήθειαααα, μαμά πονάει!» άρχισε να κλαίει γοερά ο μικρός.
«Κυρία μου αν είναι δυνατόν!» φώναξε αγανακτισμένος κάποιος που καθόταν πίσω από την μητέρα των παιδιών.
«Άννα! Χάρη!» σηκώθηκε η μητέρα τους από το πίσω κάθισμα. Τους έπιασε από τα χεριά και έσκυψε ανάμεσα τους. Ένα μεγάλο μέρος από το όμορφο στρογγυλό  στήθος της αποκαλύφθηκε. Αν και τέλος καλοκαιριού ήταν κάτασπρο. Τα 3 παιδιά μάλλον δεν άφηναν και πολύ ελεύθερο χρόνο για μπάνια στην κύρια Μαμά.
«Αν δεν κάνετε ησυχία ο αστυνόμος-οδηγός θα σας κατεβάσει εδώ!» έδειξε έξω από το παράθυρο με το δάχτυλο της.
Έξω είχε πια σκοτεινιάσει και μάλλον η ιδέα να τους αφήσει στην ερημιά ο οδηγός- αστυνόμος δεν φάνηκε και πολύ σπουδαία σε κανένα από τα δυο αδέρφια.
   Κάθισαν στα καθίσματα τους και κοίταξαν με γουρλωμένα τα γαλάζια μάτια τους το σκοτάδι έξω από το παράθυρο. Ο Χάρης αρκέστηκε σε μια τελευταία μπουνιά στο μπούτι της αδελφής του. Η Άννα φανερά τρομοκρατημένη από την επικείμενη τιμωρία δεν ανταπέδωσε.
‘Γιατί να μην υπήρχε και σε εκείνο το βαγόνι ένα οδηγός αστυνόμος…’ σκέφτηκα μαλάζονταν τα μηνίγγια μου. Η κάρδια μου κόντευε να πεταχτεί από το στήθος μου και δεν μπορούσα να νιώσω τα πόδια μου. ‘Κάπως έτσι πρέπει να αισθάνονται οι παράλυτοι’ σκέφτηκα ασυναίσθητα. Έβγαλα από την τσάντα μου 2 ακόμα Luvox και τα κατάπια με το υπόλοιπο νερό που τώρα ήταν ζεστό σα κάτουρο.
Έκλεισα τα μάτια μου.



  Είχαν περάσει σχεδόν 3 χρόνια. Ήταν 22 Δεκεμβρίου. Τελευταίος χρόνος ως φοιτητής του Χημικού στην Λάρισα. Αν και μονό 3  χρόνια, όταν σκέφτομαι τον τότε Τάσο -Τάσος Μίχας , αυτός είμαι εγώ, είναι σαν να σκέφτομαι ένα άλλο άνθρωπο. Κάποιον που ήξερα. Ναι, φαντάζομαι ότι κάποιες εμπειρίες είναι αρκετές για να σε κάνουν να γίνεις ένας ‘άλλος άνθρωπος’. Να γίνεις κάποιος που στους εφιάλτες του ακούει ένα αλβανικό μοιρολόι και κάποιες φόρες να το ακούς σαν ψίθυρο ακόμα και με τα μάτια ανοιχτά. Να γίνεις κάποιος που χρειάζεται 4, μερικές φόρες 6, ακόμα και 8 χάπια την ημέρα, για να μην καταρρεύσει από κρίσεις πανικού ή άγχους ή και ‘γω δεν ξέρω τι σκατά.
   Ήταν παραμονή Χριστουγέννων του 2006 και μάλλον η ‘ζεστασιά’ είχε ευαισθητοποιήσει τους ανθρώπους του ΟΣΕ. Είχαν προσθέσει μια ακόμα έκτακτη, και μάλιστα express γραμμή για Αλεξανδρούπολη -αυτό σήμαινε ότι δεν θα σταματούσε σε κάθε χωριουδάκι, ξεχασμένο από τον θεό, και θα κάναμε 8-9 ώρες και όχι 2 χρόνια. Για όλους αυτούς που είχαν μείνει πίσω για δουλειά , υποχρεώσεις ή κάποιο τελευταίο εργαστήριο, όπως εγώ. Θα μπορούσα φυσικά να περιμένω και να πάρω το 604 στις 4 το επόμενο μεσημέρι, αλλά αλήθεια δεν ήθελα να περάσω τα Χριστούγεννα σαν τη καλαμιά στον κάμπο 500 χιλιόμετρα μακριά από όλους τους φίλους μου.
   Ήταν μια μικρή, υπερβολικά μικρή αμαξοστοιχία με 3 βαγόνια και ένα αυτό της μηχανής. Θα ξεκινούσε 12:20 το βραδύ και το πρωί στις 9:30 θα έφτανε στην Αλεξανδρούπολη. Μάλιστα ήταν τοσο έκτακτη η γραμμή που μας είχαν ελέγξει τα εισιτήρια πριν μπούμε στο τρένο, δεν θα υπήρχε ελεγκτής.
   Ήταν 3 βαγόνια από εκείνα τα φρικτά, καταθλιπτικά παλιά πορτοκαλοκόκκινα. Από εκείνα που κατεβαίνοντας, ένιωθες τόσο βρώμικος που ήθελες να κάψεις τα ρούχα σου και να κάνεις μπάνιο με χλωρίνη. Αλλά ποσώς με ενδιέφερε. Και από ότι φαινόταν δεν δυσαρεστούσε και αρκετούς ακόμα, μιας και καμία  εκατοστή άτομα περίμεναν να ανοίξουν οι πόρτες της μικρής αμαξοστοιχίας.

   Μπήκα στο τελευταίο βαγόνι, πιστεύοντας ότι θα έχει τον λιγότεροo κόσμο. Και δεν έπεσα έξω.
   Μέσα στο βαγόνι ήμασταν καμία εικοσαριά άτομα. Μεταξύ αυτών ένα ζευγάρι καλοντυμένων, κοτσονάτων ηλικιωμένων, δυο κοπέλες και δυο αγόρια όλοι με ράστα και ρούχα που έμοιαζαν να τα είχαν ράψει μονοί τους . Ήταν ζωσμένοι με εκείνες τις τεράστιες βαλίτσες που δένουν στη μέση και στο στήθος και πάντα με έκαναν να απορώ γιατί μονοί τύποι σαν αυτούς έχουν τέτοιες και επίσης τι διάολο έχουν εκεί μέσα. Ήταν ακόμα ένα νεαρό ζευγάρι αλλοδαπών με ένα μικρό κοριτσάκι που κοιμόταν μακάριο στην αγκαλιά της μάνας του, δυο τύποι με πανάκριβα σακάκια και χαρτοφύλακες που έμοιαζαν εκτός τόπου και χρόνου μέσα στο άθλιο βαγόνι . Ακόμα μια παρέα από 3 μεταλλάδες με όλα τα χαρακτηριστικά αξεσουάρ, καρφιά, μακριά δερμάτινα, ανάποδους σταυρούς και κάνα τόνο μαύρο μολυβί κάτω από τα μάτια. Αυτούς δεν έμοιαζε να τους έχει ζεστάνει καθόλου το κλίμα των Χριστουγέννων. Δυο κοντοκουρεμένοι υπερβολικά φουσκωτοί τριαντάρηδες με στρατιωτικά παντελόνια και χακί λουκάνικα/ βαλίτσες. Και τέλος η αφεντιά μου. Ανέβηκα της σκάλες πίσω από τον πιο φουσκωτό, που παρά το τσουχτερό κρύο φορούσε κολλητό ισοθερμικό μπλουζάκι .Κάτω από αυτό διαγράφονταν καθαρά οι τεράστιοι τεντωμένοι μυείς του.
Στην πίσω μέρος της μπλούζας του είχε το πάντα δημοφιλές και χαρμόσυνο Χριστουγεννιάτικο μήνυμα…
‘Τούρκος κάλος, μονό νεκρός’ και με μικρότερα γράμματα ‘3ο σώμα Λόχου Ορεινών Καταδρομών Δράμας’ .
Ένα καθόλου διακριτικό ‘πφφφφ’ μου βγήκε μόλις το διάβασα.
Αυτός σταμάτησε στις σκάλες, γύρισε και μου ρίξε ένα απειλητικό βλέμμα, σηκώνοντας το αριστερό μέρος του πάνω χείλους του, αλά Ράμπο. Κόντεψαν να με πάρουν τα γέλια αλλά συγκρατήθηκα παρατηρώντας ότι το στήθος του ήταν πιο μεγάλο και φουσκωμένο από της κοπέλας μου, και το χέρι του ήταν σαν το πόδι μου, η μάλλον σαν τα δυο μου πόδια μαζί.
   Κάθισα 2 θέσεις από το τέλος του βαγονιού, απέναντι από το ζευγάρι των ηλικιωμένων. Η θερμοκρασία μέσα είχε ελάχιστη διαφορά από έξω, έσφιξα το κασκόλ μου, βολεύτηκα στην θέση μου,  έβγαλα το Salems lot του κ. Κίνγκ και άρχισα να διαβάζω.
   Ένα από τα ‘βίτσια’ μου είναι να διαβάζω έξω από το σπίτι. Όπου έχει φασαρία. Μου είναι αδύνατο να συγκεντρωθώ αν έχει ησυχία. Γιαυτό αν και μεγάλος βιβλιοφάγος, στο σπίτι μου έχω διαβάσει ελάχιστα βιβλία. Διαβάζω σε πάρκα, παγκάκια, πλατείες, λεωφορεία, οπουδήποτε με φασαρία και κόσμο.
   Είχα απορροφηθεί όπως πάντα στο βιβλίο μου παρά τον θόρυβο από τις ραγές και  τις δυνατές συζητήσεις των επιβατών, όταν συνειδητοποίησα ότι εδώ και αρκετή ώρα κάτι με ενοχλούσε. Ένας ήχος που μέσα στην συγκέντρωση μου δεν μπορούσα να καταλάβω από πού ερχόταν.
   Έβαλα τον δείκτη μου στην σελίδα που είχα μείνει και έκλεισα το βιβλίο μου. Κούνησα λίγο τον κεφάλι μου για να βγω από τον κόσμο των λάγνων βρικολάκων, και των διψασμένων για ανθρωπινή σάρκα τεράτων και να επιστρέψω στην πραγματικότητα. Μεγάλη ειρωνεία, όπως θα ανακάλυπτα αργότερα.
   Το  κοριτσάκι του ζευγαριού, τώρα είχε ξυπνήσει και καθόταν όρθιο ανάμεσα στα πόδια του πατέρα του, ο οποίος φαινόταν να είναι στην ηλικία μου( αν φυσικά αφαιρούσες τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του και τις πρόωρες ρυτίδες, μια ευγενική χορηγία της όμορφης χωράς μας, όπως είμαι σίγουρος του την είχαν περιγράψει), είχε κολλήσει το πρόσωπο της στο τζαμί και ξεφώνιζε ξανά και ξανά κάτι που ακουγόταν σαν ‘Αγι’ ‘ Αγι’ ‘Αγι’ , χτυπώντας το τζαμί με το χέρι της.
   Παρόλο το μικροσκοπικό της μέγεθος και την ομολογούμενος γλυκύτατη φατσούλα της, ο ήχος που παρήγαγε ήταν άκρως ενοχλητικός. Και πρέπει να γινόταν αρκετή ώρα μιας και ο  ηλικιωμένος κύριος φανερά εκνευρισμένος  σηκώθηκε και πήγε επάνω από την μητέρα του παιδιού.
«Σας παρακαλώ μαντάμ, η γυναίκα μου έχει  και τη πίεσή της!» είπε δείχνοντας το κορίτσι.
Η νεαρή γυναίκα δεν φάνηκε να καταλαβαίνει την γλώσσα, αλλά κατάλαβε το νόημα.
Πήρε την κόρη της στην αγκαλιά της και άρχισε να την κανακεύει.
Η ησυχία ήταν σαν βαθιά ανάσα μετά από μακροβούτι.
Ο ηλικιωμένος κύριος κάθισε ξανά στην θέση του απέναντι μου.
«Αλβανοί είναι!» ψιθύρισε στην γυναίκα του.
«Αλέξανδρε σε παρακαλώ!»
«Τι αγάπη μου;»
«Ξέρεις πολύ καλά την άποψη μου για τους ξένους ανθρώπους»
«Μα…»
«Αλέξανδρε θα μαλώσουμε»
«Απλά ήθελα να πω ότι οι άνθρωποι είναι από την Αλβανία, γλυκιά μου»
«Απλά ήθελες να πεις…» είπε η ηλικιωμένη κύρια και γύρισε το κεφάλι της, με την υπερβολικά περιποιημένη κόμη , από την άλλη μεριά, κοιτώντας έξω. « Τουλάχιστον σταμάτησε το παιδί να τσιρίζει» συνέχισε και του χάιδεψε το χέρι, κοιτώντας ακόμα όμως από την άλλη.
«Είδες;» είπε με περηφάνια αυτός και τεντώθηκε δίνοντας της ένα φιλί στο μάγουλο.
Χαμογέλασα με την τρυφερότητα του ζευγαριού και άνοιξα ξανά το βιβλίο μου.
  
   Δεν πρόλαβα να διαβάσω ούτε πέντε σελίδες, όταν ξαφνικά η μικρή ξανάρχισε.
Αυτή τη φορά έπιασε ένα παιδικό τραγούδι, τσιρίζοντας διαπεραστικά κάθε φωνήεν.
«Κυρία μου κάντο να σταματήσει!» ακουστικέ μια φωνή από τα μπροστινά καθίσματα. Και ύστερα από λίγο,
«Κυρία μου σας παρακαλώ!» η ίδια φωνή. Ήταν ένας από τους δυο κουστουμάτους.

‘Αν δεν πάει το βουνό στον Μωάμεθ, πάει ο Μωάμεθ στο βουνό’ μουρμούρισα και άνοιξα την τσάντα μου. Με τρόμο σχεδόν, ανακάλυψα ότι δεν είχα τα ακουστικά από το iPod μου μαζί. Έψαξα απελπισμένος μια ακόμα φορά σε κάθε τσεπάκι της τσάντας μου και την έκλεισα απογοητευμένος.
   Το ρεσιτάλ της μικρής συνεχιζόταν δυνατότερα αλλά οι γονείς της κάθονταν απαθείς. Ούτε που ήθελα να φανταστώ πόσα τέτοια ρεσιτάλ είχαν ακούσει στα 2; 3; χρόνια που είχαν το κορίτσι τους, για να μην του δίνουν καν σημασία. Για μια ακόμα φορά η σκέψη ‘Θεέ μου δεν θα κάνω ποτέ παιδιά, πέρασε από το μυαλό μου.
«Παναγία μου, Αλέξανδρε δεν μπορώ άλλο. Τρείς ώρες τώρα δεν έχει σταματήσει και έχω και την πίεσή μου…»
«Τι άλλο να κάνω Αμαλία μου, αφού δεν καταλαβαίνουν Ελληνικά» είπε ο κ.Αλέξανδρος και κοίταξε την μικρή καλά καλά , λες και αυτό θα την έκανε να σταματήσει.
   Η ώρα περνούσε και η μικρή το μόνο που έκανε ήταν να αλλάξει σε ένα άλλο κομμάτι, που ίσως  να τα ήταν το ‘Άγια νύχτα’ και αν ήταν δυνατόν, σε ακόμα μεγαλύτερη ένταση από πριν.

«Θα το κάνεις να σκάσει το γαμημένο;»
Ο φουσκωτός είχε σηκωθεί όρθιος και το μέτωπο του γυάλιζε κατακόκκινο.
Η φωνή του ήταν τόσο άγρια και μπάσα που όλοι στο βαγόνι σταμάτησαν να μιλούν, μέχρι και ο ήχος από τις ράγες έμοιασε να χαμηλώνει.
«Ε, Σώτο χαλάρωσε» τον έπιασε από το μπράτσο ο λιγότερο φουσκωτός. Όλοι στο βαγόνι κοιτούσαν άφωνοι τους δυο λοκατζήδες.
Η μόνη που δεν έμοιασε να ενοχλείτε ήταν η μικρή, που τώρα είχε κολλήσει τα μικρά της χειλάκια στο τζαμί και του έδινε ρουφηχτά φιλιά φωνάζοντας ‘Μαμι’ ‘Μαμι’
«Δεν μπορώ άλλο, δεν θα με τρελάνει εμένα ένα τρίχρονο!» φώναξε ένας από τους δυο κουστουμάτους και σηκώθηκε όρθιος. Πήγε φουριόζος μέχρι την πόρτα του βαγονιού. Έκανε να την ανοίξει.
«Ε, φίλε δεν ανοίγει» είπε ένα από τα παιδιά με τα ράστα. Αυτός με τα μαύρα μαλλιά.
«Τι εννοείς δεν ανοίγει;»
«Προσπάθησα και εγώ πριν. Ήθελα να κάνω ένα τσιγάρο αλλά δεν ανοίγει»
« Τι βλακείες είναι αυτές;» είπε ο κουστουμάτος και τράβηξε ξανά με φορά το χερούλι της πορτοκαλιάς δίφυλλης πόρτας.
«Δεν ανοίγει φίλε, πρέπει να έχει μπλοκάρει και έτσι. Τρελό σκάλωμα ε;»
Ο τύπος με το κουστούμι προσπάθησε μερικές φόρες ακόμα να τη ανοίξει, και ύστερα άρχισε να βαράει το τζαμί.
«Ε!» φώναξε χτυπώντας επανειλημμένα το χοντρό τζαμί.
«Ε, φίλε χαλάρωσε» είπε η κοπέλα με τα ξανθά (δηλαδή αυτά που μάλλον ήταν ξανθά, κάτω από τους 3 τόνους βρωμιάς) ράστα. «Δεν παίζει να σε ακούσουν δίπλα, έχει πολύ θόρυβο ανάμεσα στα βαγόνια, και μια ακόμα ίδια ηχομονωμένη πόρτα, δεν βλέπεις; Άσε που η ώρα....» σήκωσε το μανίκι της, κοίταξε το ρόλοι της- με ύφος που έμοιαζε πιο πολύ ‘προσπαθώ να λύσω τριτοβάθμια εξίσωση με μιγαδικούς και αλγορίθμους’ παρά με κοιτάω τι ώρα είναι. « Είναι 4 σχεδόν και αν δεις όλοι κοιμούνται μάλλον»
«Όπως θα κάναμε και εμείς αν δεν ήταν αυτό!» ξέσπασε έξαλλος ο κουστουμάτος δείχνοντας το κορίτσι.
«Σε καμία ώρα φτάνουμε Δράμα . Στο σταθμό θα ανοίξουμε τα παράθυρα, θα βγάλουμε τα κεφάλια μας και θα φωνάξουμε κάποιον από τον σταθμό να μας ανοίξει»
«Σε καμία ώρα; Δεν είμαστε καλά!» άρχισε να βαράει πιο δυνατά  το τζαμί της πόρτας.
Τώρα όλοι  κοιτούσαν τον εξοργισμένο κουστουμάτο. Ένα τσουλούφι από τα καλοχτενισμένα μαλλιά του είχε ξεφύγει και τιναζόταν σαν κεραία αμαξιού σε ανώμαλο δρόμο, με κάθε χτύπημα που έδινε στην πόρτα. Μερικοί από τους επιβάτες ψιθύριζαν στους διπλανούς τους , και άλλοι κοιτούσαν αμήχανα γύρω τους. Μονό το κορίτσι συνέχιζε να τσιρίζει χωρίς να δείχνει να νοιάζεται ούτε για καμία φρακαρισμένη πόρτα ούτε για οτιδήποτε άλλο.
« Πριν στο σταθμό άκουσα ότι τα εισιτήρια είναι μονό για Κομοτηνή και Αλεξανδρούπολη και ότι γενικά δεν θα σταματήσει πουθενά το τρένο πριν την Κομοτηνή» είπε μια κοπέλα που καθόταν μόνη της.
«Δεν είμαστε καλά, καθόλου καλά!» επανέλαβε ο τύπος με το κουστούμι. Γύρισε μεριά και πήγε προς το ζευγάρι των Αλβανών.
«Κύρια μου κοντεύω να τρελαθώ για όνομα του θεού» έφτυσε σχεδόν τις λέξεις στην μητέρα του παιδιού. Το κορίτσι ούτε γύρισε να κοιτάξει.
Η μητέρα μάζεψε για ακόμα μια φορά την κόρη της και άρχισε να την μαλώνει αρκετά έντονα στην γλωσσά της. Ήταν αξιοπερίεργο ότι κανένας δεν απευθυνόταν στον πατερα, αλλά όλοι στην μητέρα του παιδιού.
   Για δεύτερη φορά ένιωσα εκείνη την αίσθηση της βαθιά αναπνοής, και κρίνοντας από τις εκφράσεις των γύρω μου, δεν ήμουν ο μόνος.
Φυσικά αυτή η όαση ηρεμίας δεν κράτησε για πάνω από 5-6 λεπτά.
Η μικρή άρχησε να χοροπηδά ανάμεσα στους γονείς της φωνάζοντας λέξεις και πιάνοντας τα μικρούλικα δάχτυλα της. Μάλλον μετρούσε μέχρι το δέκα και μάλλον ήταν πολύ περιφανή για αυτό, λαμβάνοντας υπόψη την ένταση της φωνής της.
Αγκομαχητά και αναστεναγμοί ακουστήκαν από όλους τους επιβάτες.
   Παρόλο που η φωνή του κοριτσιού ήταν απίστευτα γλυκιά και το ελαφρό τσέβδισμα αλλά και το τεράστιο χαμόγελο της την έκαναν σαν καραμελίτσα ή κάτι τέτοιο, με μεγάλη μου ντροπή σκέφτηκα ότι αν δεν με έβλεπε κανένας, άνετα θα της έριχνα ένα σκαμπίλι, ίσως και δύο.
Ήταν κυριολεκτικά αφόρητη και θεωρούμουν άνθρωπος με γαϊδουρινή υπομονή, ειδικά σε θέματα φασαρίας.
Αλλά μάλλον δεν είχαν όλοι την δική μου υπομονή.
   Ο Σώτος ο φουσκωτός, σηκώθηκε από την θέση του και με αργά βάρια βήματα (θαρρείς πως ακουγόταν ο ήχος από τα άρβυλα του) πήγε προς το ζευγάρι.
«Κάντο να σκάσει, με ακούς;» είπε στον πατέρα αυτή τη φορά. Αυτός δεν φάνηκε να καταλαβαίνει.
«Κάντο να σκάσει το μπάσταρδο σου ή θα το κάνω εγώ! Με ακούς βρωμιάρη κωλοαλβανέ;» ύψωσε το δάχτυλο του. Το έφερε μπροστά στο πρόσωπο του πατέρα. Η φωνή του, ακουγόταν σαν να έβγαινε από κάποιο βαθύ πηγάδι.
«Νεαρέ θα έπρεπε να ντρέπεσαι» σηκώθηκε η κ.Αμαλία.
«Κυρά μου κοιτά την δουλεία σου» αποκρίθηκε ο Ράμπο χωρίς να την κοιτάξει.
Ο πατέρας αυτή τη φορά πήρε την μικρή στην αγκαλιά του και αφού της είπε κάτι σκέπασε το στόμα της με την παλάμη του.
Ο Σωτος γύρισε της αφύσικα μεγάλες σαν βράχους πλάτες του και γύρισε στη θέση του.
«Γαμημένοι Αλβανοί!» φώναξε στον αέρα.
«Ε, φίλε τι σχέση έχει αν είναι Αλβανοί ή Έλληνες ή δεν ξέρω και εγώ. Η μικρή μου αδελφή κάνει χειρότερα και είναι Ελληνίδα.  Σε πληροφορώ ότι κανένα δικαίωμα…»
«Σκάσε βρωμιάρα χασικλού , μην σε πάρει και εσένα ο διάολος!»
Το κορίτσι με τα ξανθά ράστα άνοιξε το στόμα του να πει κάτι άλλο, αλλά το ξανάκλεισε αναστενάζοντας. Παρόλα τα αναμφίβολα πολλά καμένα εγκεφαλικά της κύτταρα, κατάλαβε ότι ο Ράμπο είχε πολύ λιγότερα, διάολε είχε γεννηθεί πιθανόν με λιγότερα!

   Η ατμόσφαιρα μέσα στο βαγόνι είχε γίνει βαριά, συμπαγής, αιχμηρή. Ένιωθες ότι… μια απότομη κίνηση και….
 Το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος. Λες και ένα αόρατο σαδιστικό χέρι το είχε πιάσει και το ζουλούσε και το τραβούσε. Η καρδιά μου χτυπούσε υπερβολικά γρήγορα  και είχα ιδρώσει παρόλο που κρύωνα.
   Πλέον κανένας δεν μιλούσε. Αυτό ήταν καλό. Η ώρα έμοιαζε να κυλά αργά. Φανταζόμουν τον χρόνο σαν ένα γέρικο σαλιγκάρι που σέρνεται επάνω σε κόλλα η κάτι τέτοιο.

 Και σαν ενοχλητικό ξυπνητήρι που χτυπά ένα χειμωνιάτικο πρωινό Δευτέρας, η μικρή πάτησε μια τσιρίδα και άρχισε να ξανατραγουδά.
Πολλά  ‘ω θεέ μου’ και ‘δεν είναι δυνατόν’ ακουστήκαν από διάφορα σημεία.
   Ο Σωτος πετάχτηκε σαν ελατήριο από το κάθισμα του. Με τους ώμους του γερμένους και τα δόντια του σφιγμένα, έτρεξε σχεδόν στο ζευγάρι.
«Στο πα γαμιόλη Αλβανέ! Σε προειδοποίησα παλιόπουστα!»
Άπλωσε το τεράστιο χέρι του να πιάσει την μικρή.
«Νο!!!» ξεφώνισε ο πατέρας και τινάχτηκε από την καρεκλά του.
Πηρέ φορά και παρόλο που ήταν ούτε ο μισός από τον Σώτο , τον έσπρωξε μερικά βήματα πίσω, μακριά από το παιδί του.
«Τι έκανες ρε καριόλη; Με λέρωσες; ΜΕ ΛΕΚΙΑΣΕΣ;» ξεφώνισε ο Σώτος. Μάζεψε το χέρι του πίσω, και έριξε ένα κροσέ  στον Αλβανό που για καλή τύχη του δευτέρου, αστόχησε κατά μεγάλο μέρος του. Πάραυτα  ο νεαρός σωριάστηκε στην καρεκλά του κρατώντας το σαγόνι του. Το χείλος του σχίστηκε και αρχίσει να ματώνει.
«Ακούμπα με ξανά και θα σε σφάξω καριολη! Με ακούς; Θα σε ξεκοιλιάσω παλιόπουστα»
Τα δυο αγόρια με τα ράστα και οι τρεις μεταλλαδες σηκώθηκαν και άρπαξαν τον Ραμπο από τα χεριά και την μέση. Δεν θα τα είχαν καταφέρει αν δεν βοηθούσε ο φουσκωτός φίλος του Σώτου.
‘Ηρέμησε φίλε’ , ‘χαλάρωσε’ ‘ηρεμία’ και αλλά τέτοια ακούγονταν από όλους. Η κοπέλα που καθόταν μονή της έβαλε τα κλάματα.
Η κ.Αμαλία έδωσε ένα χαρτομάντιλο και το νερό της στον πατέρα της μικρής , ο όποιος δεν τα δέχτηκε κουνώντας το ελεύθερο χέρι του δεξιά αριστερά. Με το άλλο τώρα έπιανε το στόμα της κόρης του η οποία είχε γουρλώσει τα μάτια της, έτοιμη μάλλον να βάλει τα κλάματα.
   Οι υπόλοιποι είχαν καλμάρει τον Σώτο που τώρα καθόταν στην θέση του και βαριανάσαινε σαν ταύρος.
«Τον πούστη τον Αλβανό…»
«Τόλμησε να σηκώσει χέρι ο γαμιόλης…»
Οι φλέβες στο κρανίο του, στο λαιμό και στα χεριά του είχαν πεταχτεί, έτοιμες να σκάσουν.
   Εγώ απλά ήμουν καθισμένος χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα. Τα πόδια μου έτρεμαν ανεξέλεγκτα. Μάλλον δεν ήμουν από τους τύπους που θα έπαιρναν το χρυσό αστέρι ανδρείας ή που θα γύριζαν με σώας τα φρένα από ένα πόλεμο ή κάτι τέτοιο.
‘Τι θα έκανε στο κοριτσάκι αν το είχε πιάσει;’ Αυτή η σκέψη πέρασε από το μυαλό μου και το σαδιστικό χέρι που βρισκόταν στο στομάχι μου, ξανάπιασε δουλειά. Αυτή τη φορά όμως με ιερό ζήλο και σκοπό να σμπαραλιάσει το στομάχι μου.
«Σε μίση ώρα το πολύ φτάνουμε Κομοτηνή, ελπίζω οι στρατιώτες ή η οικογένεια να κατέβουν, αλλιώς θα πρέπει να κάνουμε κάτι, να ειδοποιήσουμε κάποιον Αλέξανδρε.»
«Ναι αγάπη μου θα ειδοποιήσουμε τον σταθμάρχη μόλις φτάσουμε» είπε ο κ. Αλέξανδρος και την αγκάλιασε.

   Τώρα η κατάσταση στο βαγόνι ήταν τόσο ηλεκτρισμένη, που λες και ένιωθες την ένταση να αγγίζει το δέρμα σου. Να την αναπνέεις. Και ήταν κακή ένταση. Σαν βρωμερός υγρός αέρας.
Ο πατέρας της μικρούλας πολύ σοφά κρατούσε την παλάμη του πάνω στο στόμα της κόρης του. Και αυτή έμοιασε να αποκοιμιέται. Θεέ μου τι περίεργα που είναι τα μικρά παιδιά.
   Ο χρόνος πραγματικά είχε κολλήσει . Η μίση ώρα που, που θα φτάναμε Κομοτηνή έπρεπε να είχε περάσει ώρες πριν. Γαμώτο μέρες πριν.

Και επιτέλους ακούστηκε από τα ηχεία, σαν φωνή αγγέλου…
«Η αμαξοστοιχία 410 σε δέκα λεπτά φτάνει στο σταθμό της Κομοτηνής. Αποβίβαση από την δεξιά μεριά.»

Τότε όλα έγιναν πολύ γρήγορα και τόσο αργά συνάμα. Πρέπει να έγιναν σε λιγότερο από ένα λεπτό. Αλλά τώρα κάθε φορά που το σκέφτομαι μοιάζει ώρες ολόκληρες.

   Ο πατέρας του κοριτσιού, νομίζοντας πως έχει αποκοιμηθεί , και είχε κοιμηθεί, έβγαλε το χέρι του από το στόμα της. Την στιγμή που ακούστηκε η φωνή του οδηγού, η μικρή άνοιξε τα μάτια της, έβγαλε ένα στριγκό γκάρισμα και άρχισε να κλαίει.
Το επόμενο δευτερόλεπτο ο μέγας Λοκατζής Σώτος, είχε σηκωθεί όρθιος και με τεράστια βήματα κατευθυνόταν προς το κορίτσι.
Ακόμα τον βλέπω σαν σε αργή κίνηση με τους μυείς τους στήθους του και των μπράτσων του να ανεβοκατεβαίνουν με κάθε του βήμα.
Ο πατέρας προετοιμασμένος αυτή τη φορά σηκώθηκε στο διάδρομο έτοιμος να τον εμποδίσει.
Ένα γυναικείο ουρλιαχτό ακούστηκε από κάπου.
Τον έσπρωξε με τα δυο του χεριά αλλά ο τεράστιος όγκος του Σώτου, δεν έμοιασε να μετακινείτε ούτε ένα χιλιοστό.
Τότε με αστραπιαίες κινήσεις  ο Σώτος έσκυψε και έβγαλε από το αριστερό του άρβυλο, ένα στρατιωτικό μαχαίρι τουλάχιστον 30 εκατοστών. Η λάμα του γυάλιζε θαμπά στο αρρωστιάρικο φως από τις παλιές λάμπες του τρένου.
Σηκώθηκε απότομα όρθιος και αγκάλιασε τον Αλβανό πάνω από τους ώμους , σαν φίλοι παλιοί που έχουν να βρεθούν χρόνια.
«Στο πα γαμιόλη Αλβανέ πως θα σε σφάξω αν με ξανακουμπήσεις» . είπε και έχωσε το μαχαίρι στην κοιλιά του πατέρα ύστερα στο στήθος και πάλι στην κοιλιά, ξανά και  ξανά.  Το πρόσωπο του είχε γίνει μια απόκοσμη μάσκα. Ποτέ δεν είχα ξαναδεί τόσο μίσος, παράνοια, και ευχαρίστηση ανακατεμένα σε μια έκφραση.
Όλο το βαγόνι έχει κοκαλώσει. Κανείς δεν κουνιέται, κανείς δεν αναπνέει καν. Δυο κοπέλες αρχίζουν να ουρλιάζουν. Εγώ ξερνάω στο δίπλα κάθισμα.
   Η μικρή καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά με τον μπαμπά της, ότι κάτι κακό του έχει συμβεί και αρχίζει και κλαίει ακόμα πιο δυνατά, ουρλιάζει. Νομίζεις ότι θα σκάσουν τα πνευμόνια της.
«Βούλωσε το επιτέλους βρωμόσπορε» μουγκρίζει μέσα από τα δόντια του ο Σώτος. Με την αναστροφή της παλάμης του χτυπάει την μικρή η οποία εκσφενδονίζεται κυριολεκτικά στο τζαμί.
Ένα ξερό υγρό ‘γκντουπ’ και ένα κόκκινος λεκές μεγάλος σαν από μπάλα του χάντμπολ αποτυπώνετε στο τζάμι και αρχίζει να στάζει..
Η μάνα αρχίζει να στριγκλίζει σαν πληγωμένο ζώο. Ο Σώτος μπορεί να σταματήσει και αυτό το θόρυβο αλλά πλέον σχεδόν όλοι οι επιβάτες από το βαγόνι είναι επάνω του .Το πρόσωπο του είναι κολλημένο στο πάτωμα μέσα στην λίμνη από το αίμα του πατέρα της μικρής. Του παίρνουν το μαχαίρι αλλά αυτός λυσάει να ξανασηκωθεί.
Η μητέρα ακόμα στριγκλίζοντας χαϊδεύει το μικρό κεφαλάκι της κόρης της, που τώρα δεν είναι εντελώς κυκλικό. Μοιάζει με σπασμένο αυγό. Ο Σώτος με το ένα μάτι του, την κοιτά με τόσο μισός που αν γινόταν θα την σκότωνε με το βλέμμα του.


   Το τρένο έχει πια σταματήσει. Άνθρωποι έσπρωξαν, έσυραν κυριολεκτικά έξω τον Σώτο που ακόμα πάλευε να ξεφύγει.
   Εγώ είχα ξεράσει ξανά. Αυτή τη φορά επάνω στο παντελόνι μου. Δεν μπορούσα να σηκωθώ να βγω έξω,

Όταν βγήκαν όλοι από το βαγόνι, ο χρόνος άρχισε να παίρνει ξανά μια κάποια υπόσταση.
Έτρεμα, μούσκεμα στον ιδρώτα, χωρίς να μπορώ να κουνήσω κανένα μέλος του κορμιού μου. Και όσο και αν ήθελα να σταματήσω να κοιτάω , τα μάτια μου απλά δεν κουνιόντουσαν.
Η μανά του νεκρού παιδιού και σύζυγος του νεκρού πατέρα, είχε πέσει στα γόνατα  στο διάδρομο . Στα χεριά της είχε την κόρη της και στα πόδια της το κεφάλι του άντρα της. Δεν στρίγκλιζε πλέον. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. Μακάρι να ούρλιαζε, μακάρι να ξεφώνιζε κατάρες στο θεό της αλλά δεν έκανε τίποτα από αυτά.    Τραγουδούσε ένα σιγανό μοιρολόι. Η φωνή της ήταν γλυκιά και υπέροχη.  Για κάποιο άγνωστο λόγο σκέφτηκα ότι θα έβγαινε νικήτρια στο ‘X- factor’.  Ο κορμός της πήγαινε μπρος πίσω και τραγουδούσε και τραγουδούσε…



Φαντάζομαι ότι ο ακριβής-αν υπάρχει δηλαδή κάτι τέτοιο, λόγος που παίρνω τα ροζ αυτά χάπια, είναι ότι εκείνη τη μέρα συνειδητοποίησα ότι τελικά τα τέρατα δεν υπάρχουν μονό στα βιβλία και της ταινίες. Υπάρχουν ανάμεσα μας. Και δεν χρειάζονται πανσέληνο για να μεταμορφωθούν. Όχι. Η τσιριχτή φωνή μια τρίχρονης αλλοδαπής είναι ότι πρέπει. Και δεν χρειάζονται νύχια και κοφτερούς κυνόδοντες, ένα στρατιωτικό μαχαίρι βολεύει μια χαρά! Θα σταματήσω να παίρνω αυτά τα χάπια όταν θα σταματήσω να ακούω εκείνο το τραγούδι. Εκείνο το μοιρολόι..








                                                                                              Κώστας Γαβράς











**Καταρχήν ευχαριστώ πάρα πολύ που το διαβάσατε. Δεύτερον να με συγχωρείτε για ότι ορθογραφικά και συντακτικά λάθη- γραμματική is a bitch, αν ήσουν τούβλο στο σχολείο.Τρίτον το κείμενο είναι καθαρή μυθοπλασία.  Και τέλος θα μου έδινε πολλή δύναμη να συνεχίσω να γράφω και να δημοσιεύω αν αξιολογούσατε την ιστορία (πάνω) ή αν αφήνατε σχόλια(κάτω κάτω) ή κάνατε like /share ( πάνω πάνω). 

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Όλγα


 Πως μπορείς να ξεχωρίσεις τον αμνό από τον λύκο, αν δεν έχεις δει ποτέ σου ένα;





                                                      Το ραντεβού


 Άνοιξε την εξώπορτα και μπήκε στο τεράστιο άδειο σπίτι. Κοίταξε γύρω της, αναρωτώμενη πόσο καιρό θα της έπαιρνε να συνηθίσει το νέο πατρικό της . Άφησε τα ψώνια της στο ογκώδες δρύινο τραπέζι στο σαλόνι και αποφάσισε να κάνει ένα γρήγορο ντους πριν δοκιμάσει τα νέα της ρούχα.
   Τελικά της πήρε μια ώρα και ένα τέταρτο. Το παλιό, γεμάτο μούχλα στις γωνίες 1χ1 μπάνιο της στο Λονδίνο την είχε κάνει να λησμονήσει πόσο απολαυστικό μπορεί να γίνει ένα αφρόλουτρο σε μπανιέρα και όχι όρθια σε μια μικρή ντουζιέρα που σε κάθε κίνηση της η κρύα κουρτίνα έγλυφε το σώμα της, κάνοντας την να ανατριχιάζει και να βλαστημά.
   Και τι μπανιέρα…σωστή πισίνα. Ο πατέρας της Όλγας ο κ.Παναγιώτης Σπύρου, ήταν μαθηματικός, αλλά το μεγάλο του πάθος ήταν η μαγειρική. Έτσι 4 χρόνια πριν, δηλαδή πριν η Όλγα φύγει για σπουδές στην Αγγλία, μετά από έντονους καβγάδες και σφοδρές αντιδράσεις της κυρίας Σπύρου- αποφάσησε να παραιτηθεί από το φροντιστήριο που εργαζόταν τα τελευταία 16 χρόνια, με πολύ καλές αποδοχές μάλιστα.
   Πήρε ένα επιχειρησιακό δάνειο, και ότι λεφτά είχαν μαζέψει στην άκρη και άνοιξε ένα μικρό εστιατόριο σε ένα στενό στην Καλαμαριά. Μέσα σε 4 χρόνια παρά τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα άνοιξε αλλά 5 κανονικά εστιατόρια σε όλη την Θεσσαλονίκη με το κλισέ και λίγο μπανάλ – έβρισκε η μάνα της Όλγας τουλάχιστον, όνομα ‘Στου Παναγιώτη’. Έτσι την συγκεκριμένη στιγμή , η κ. Σπύρου απολάμβανε ένα δεκαπενθήμερο ταξίδι στα Κανάρια νησιά μαζί με τον άντρα της και πλέον δεν είχε το παραμικρό παράπονο από αυτόν. 
   Η Όλγα βγήκε από το μπάνιο, τυλίχτηκε με ένα μπλε μπουρνούζι και κατέβηκε να δοκιμάσει τα ψώνια της. Αν και μόνη στο σπίτι, έβγαλε το μπουρνούζι της και φόρεσε γρήγορα γρήγορα το μαύρο κοφτό μποξεράκι, με την πολύ ελαφριά δαντέλα και το μαύρο καινούριο σουτιέν της. Πάντα ντρεπόταν να είναι γυμνή ακόμα και μόνη της.
   Το σουτιέν  ανασήκωνε και αναδείκνυε το αναμφίβολα ωραίο αλλά και συγχρόνως τεράστιο όγκο του στήθους της.
«Αλλά εδώ δεν είχαμε ποτέ πρόβλημα ε κύρια μου;» είπε στον εαυτό της. Ρούφηξε την κοιλία της και γύρισε στον καθρέπτη για να δει πως φαινόταν το καινούριο βρακάκι.
   Είχε χάσει 13,5 κιλά τα τελευταία 4 χρόνια αλλά και πάλι η κόψη-αν και είχε αγοράσει από εκείνα χωρίς ραφές, που δεν γραφούν,  πατούσε λίγο τον κώλο της δεξιά και αριστερά κάνοντας την τόσο μισητή κυτταρίτιδα να ξεχωρίζει ακόμα πιο πολύ.
«seven more pounds Olga, seven more!» της έλεγε εδώ και 1 χρόνο ο Στέιθαμ ο διαιτολόγος της, αλλά ήταν λες και η ζυγαριά την μισούσε και είχε πεισμώσει να μην κατέβει κάτω από τα 61 κιλά, όσο πιστά και αν ακολουθούσε την δίαιτα της, σχεδόν δηλαδή.
   Φόρεσε από πάνω το νέο αέρινο γαλάζιο φουστανάκι, που φώτιζε  υπέροχα τα μάτια της( όπως είχε πει η συμπαθητική χοντρή πωλήτρια) , μάζεψε τα μαλλιά της πίσω, ρούφηξε την κοιλία της, κορδώθηκε, και ξαναγύρισε...ο κώλος της συνέχισε να φαίνεται μεγάλος. Κάπου στο κεφάλι της άκουσε την μάνα της να της λέει ‘θα κάνεις εύκολη γέννα κορίτσι μου’. Ας είχε μικρό και σφιχτό κώλο και ας είχε την πιο δύσκολη γέννα που έγινε στην ιστορία. Ναι τρία πράγματα θα άλλαζε επάνω της – δηλαδή πολλά θα άλλαζε, αλλά 3 βασικά ήταν αυτά που μισούσε, Ο κώλος της πάνω από όλα, ύστερα η κοιλία της και τέλος τα σκαψίματα που είχε στα μαγούλα της από την έντονη ακμή που της είχε βασανίσει στην εφηβεία. Έβγαλε από την τελευταία τσάντα ένα ζευγάρι πεδιλάκια που τα είχε πληρώσει 269 ευρώ. Εξωπραγματικό πόσο για αυτήν, δεδομένου ότι δεν της άρεσαν τα ακριβά ρούχα( σε αντίθεση με την μάνα της)  αλλά κυρίως δεν της άρεσαν τα ψώνια.  Ο τρόπος που την κοιτούσαν οι πωλητές και οι πωλήτριες, παρόλο που αυτή ήταν η δουλειά τους το ήξερε ναι, από επάνω ως κάτω όταν δοκίμαζε ρούχα δεν της άρεσε καθόλου μα καθόλου.
   Αλλά σήμερα το είχε ανεχτεί υπομονετικά, όπως και τους 38 βαθμούς για πέντε ολόκληρες ώρες γυρνώντας από μαγαζί σε μαγαζί ψάχνοντας ρούχα, παπούτσια, εσώρουχα…  Και όλα αυτά γιατί σήμερα είχε ραντεβού, και όχι κάποιο τυχαίο ραντεβού! Θα έβγαινε με τον Άκη Χατζή! Ακόμα κάπου μέσα της αδυνατούσε να το πιστέψει.
   Είχαν πέσει ο ένας πάνω στον άλλο, το προηγούμενο μεσημέρι έξω από τα Goodys στο Πανόραμα. Λογικό μιας και πλέον ήταν θεωρητικά γείτονες. Ο Άκης έμενε στην αρχή του Πανοράματος, το καινούργιο σπίτι των γονιών της ήταν λίγο αφού έβγαινες από Πανόραμα , κοντά στον Χορτιάτη, αλλά θεωρικά άνηκε στο Πανόραμα. Ουσιαστικά το σπίτι  της ήταν στην μέση του πουθενά η μάλλον στην μέση αρκετών στρεμμάτων χωραφιών, ο πατέρας του είχε δηλώσει ότι σε μερικά χρόνια θα έπαιρνε αξία το μέρος όμως, άσε που το ίδιο οικόπεδο θα τους κόστιζε τα δεκαπλάσιο λεφτά ούτε πέντε χιλιόμετρα πιο κάτω. 
   Αφού λοιπόν είπανε τα συνηθισμένα, που χαθήκαμε -δεν λέγανε ούτε γεια στο λύκειο, τι νέα και που σπουδάζουν,  αυτός λογιστική στην Πάτρα - αυτή οικονομικά στο Λονδίνο και αλλά  εξίσου αδιάφορα, εντελώς ξαφνικά…
«Βασικά θες να πάμε για κάνα ποτάκι, ξέρεις να θυμηθούμε τα παλιά;»
Η Όλγα δεν είχε καμία μα καμία όρεξη να θυμηθεί τίποτα από τα ‘παλιά’! τότε που ήταν 20 κιλά πιο χοντρή και με κόκκινα σπυράκια που έμοιαζαν να έχουν κάνει λαϊκό προσκύνημα την μύτη της και τα μαγούλα της, αλλά από την άλλη είχε κάτι παραπάνω από όρεξη να βγει για ποτό με τον Άκη. Μη θέλοντας να ακουστεί ότι κόντεψε να κατουρηθεί από την χαρά της απάντησε όσο πιο σοβαρά και αδιάφορα γινόταν 
«Ε ναι, ξέρεις από τότε που λείπω έξω, έχω χάσει επαφές με την Ελλάδα και δεν έχω και πολλούς να βγω όταν είμαι εδω» είπε και αμέσως σκέφτηκε. ‘Χριστέ μου και χοντρή και χωρίς φίλους. ΤΕΛΕΙΑ’
«Χα, ναι φαντάζομαι» χαμογέλασε και της άγγιξε το μπράτσο «Τι λες για αύριο βραδύ τότε;»
«Έ, ναι γιατί όχι» είπε η Όλγα και αναρωτήθηκε αν από την τζαμαρία φαινόταν η σακούλα από τα Goodys που έκρυβε τόση ώρα πίσω από την πλάτη της.
 «Να πούμε κατά τις 10 στη Καμάρα; Σε  βολεύει;»
Την βόλευε τελεία και αφού χαιρετήθηκαν, αντάλλαξαν ένα αρκετά θερμό για σταυρωτό, φιλί, και ο καθένας πήρε το δρόμο του.
   Τώρα ούτε τρεις ώρες πριν από το μεγάλο ραντεβού της, είχε αφήσει στρωμένα τα ρούχα που θα φορούσε επάνω στο κρεβάτι,  και ξύριζε τα πόδια της προσεκτικά για να μην κοπεί η της ξεφύγει κάποιο σημείο. Αποφάσισε να κάνει και το μπικίνι της .
   Αν τελικά κατέληγαν στο κρεβάτι με τον Άκη, δεν θα ήθελε να είναι σαν γυναίκα από αναγεννησιακό πίνακα εκεί κάτω. Και ήθελε να καταλήξει στο κρεβάτι με τον Άκη. Ο Άκης χρόνια τώρα είχε πρωταρχική θέση στης φαντασιώσεις της όταν, ‘ασχολούταν’ με τον εαυτό της. Και πάντα τον φανταζόταν γλυκό και τρυφερό και άγριο όσο έπρεπε και γενικά υπέροχο. Και θα ήταν υπέροχος δεν υπήρχε αμφιβολία, άλλωστε για όνομα του θεού της άξιζε κάποιο που να ήταν καλός στο κρεβάτι.
   Η Όλγα είχε κάνει σεξ στη ζωή της τέσσερις φόρες όλες όλες. Η πρώτη και η δεύτερη στο πρώτο έτος της στο Λονδίνο με ένα χοντρουλή από την Πάτρα, που μόλις τελείωνε άρχιζε να κλαίει κάνοντας την και αυτή να θέλει να βάλει τα κλάματα η να τον χτυπήσει. Η δεύτερη, που δεν ήταν και εντελώς σίγουρη ότι είχε γίνει, ήταν σε ένα παρτυ με κάποιον που σίγουρα δεν θυμόταν το όνομα του, ούτε καν θυμόταν πως ήταν βασικά. Και η τελευταία και χειρότερη που ευχόταν να μην θυμόταν ήταν με ένα Άγγλο συμφοιτητή της τον Πήτερ.
    Είχαν βγει ένα απόγευμα παρασκευής και ο Πήτερ στις 10κ30 ήταν τυφλά. αλλά και αυτή αρκετά ζαλισμένη. Πήγαν σπίτι του με την πρόφαση ότι αυτός ήθελε να πάρει κάτι, το οποίο δεν της έλεγε τι ήταν. η Όλγα είχε σκεφτεί ότι αυτή πρέπει να ήταν μια από τις πιο ηλίθιες δικαιολογίες που είχε εφεύρει άντρας για να πάει γκόμενα στο σπίτι του, πάραυτα πήγε. 
   Πριν περάσει πολύ ώρα, η Όλγα ήταν στα τέσσερα. Ο Πήτερ από πίσω της, της έκανε άγριο σεξ, χτυπώντας την μπάτσες  στον πισινό. Κάτι που δεν την ενοχλούσε ιδιαίτερα αλλά της φαινόταν λιγάκι αστείο.
   Κάποια στιγμή, εντελώς ξαφνικά  την γύρισε στην ιεραποστολική στάση. Άρχισε να της ζουλαει και να πασπατεύει το στήθος της άγαρμπα. Τα ζουλήγματα, μετατράπηκαν σε δυνατές σφαλιάρες, και δυνατές σφαλιάρες σε ένα στήθος με τον όγκο της Όλγας, ήταν σκέτο βασανιστήριο. Προσπάθησε να του μιλήσει, πάλεψε κυριολεκτικά με κάθε τρόπο να τον κάνει να σταματήσει, αλλά όσο αυτή πάλευε, τόσο έμοιαζε να ανάβει αυτός και να την βαράει ακόμα πιο δυνατές σφαλιάρες, που την σούβλιζαν από τον πόνο.
. Τελικά σήκωσε απότομα αλλά πολύ υπολογισμένα το πόδι της δίνοντας του μια γονατιά στα αχαμνά.. Αυτός έβγαλε ένα ξερό βογγητό μαζί με λίγο μπύρα που χύθηκε επάνω στην κοιλία της και έπεσε άτσαλα από το κρεβάτι στο ξύλινο πάτωμα.
Η Όλγα ντύθηκε άρον άρον και έφυγε από το σπίτι του, αφήνοντας τον διπλωμένο στα 2 να πιάνει τα στραπατσαρισμένα τέτοια του. Μετά από εκείνο το βραδύ, κάθε φορά που την έβλεπε στην σχολή έκανε πως δεν την ήξερε. 
   Ήξερε εκείνο το βραδύ τι της είχε δώσει ιδέα και δύναμη να κάνει ότι έκανε. Το ΜΑΥΡΟ. Το μαύρο δεν είχε ιδέα τι ακριβώς ήταν αλλά το φαντάζονταν σαν δηλητήριο που έσταζε μέσα της  από μια κύστη κάπου κάτω από τον εγκέφαλο της. Την πρώτη φορά που το είχε νιώσει ήταν στην έκτη δημοτικού το καλοκαίρι. 
   Είχαν πάει στη Σίφνο, στο εξοχικό του θείου του Δημήτρη, του αδελφού της μητέρας της. Εκείνη τη χρόνια, το σώμα της Όλγας είχε αλλάξει τόσο που κάποια στιγμή είχε τρομάξει και η ιδία της η μητέρα. Η λεκάνη της είχε φαρδύνει ξαφνικά και απότομα, στα μέχρι τότε άτριχα πόδια της είχαν βγει τρίχες που απαιτούσαν ξύρισμα, και τέλος το πιο εμφανές απ’όλα το στήθος της από εκεί που απλά δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα, μέσα σε ένα χρόνο είχαν εμφανιστεί δύο μεγάλα, πιο μεγάλα από της μητέρας της στητά στήθη. 
    Έβγαινε από την τουαλέτα, φορώντας μονό το μαγιό της και ο θειος της έβγαινε από καθιστικό.
« Που είναι ο κορίτσι μου;» είπε και την σήκωσε στην αγκαλιά του, όπως πάντα. Αλλά  φέτος δεν ήταν όπως πάντα, φέτος ήταν τρομερά άβολα καθώς αισθανόταν το πήχη του θειου της κάτω από τον κωλο της.
«Πωπω σωστή κοπέλα έγινες» συνέχησε και την της χάιδεψε τα μαλλιά. Η αναπνοή του είχε γίνει πιο τραχιά και γρήγορη καθώς το βλέμμα του διέτρεχε όλο το κορμί της. 
Η Όλγα χαμογελούσε άβολα χωρίς να λέει τίποτα. 
«Αχ για να δω εδώ, έλα να σου το φτιάξω το μαγιό αυτό» είπε και άρχισε να φτιάχνει τη ράντα από το μαγιό της. « Για να δω εγώ» ψιθύρισε και η Όλγα είδε το στόμα του ήταν γεμάτο πυχτά σάλια. Το χέρι του πήγε από την ράντα πιο κάτω και ύστερα πιο κάτω, και τέλος μέσα από το ροζ μαγιό της. Το χέρι του ήταν τραχύ και ζεστό και η Όλγα ένοιωσε κάπως ‘ωραία’ μια εντελώς νέα εκδοχή του ‘νιώθω ωραία’ όταν τα τραχιά δάχτυλα πέρασαν πάνω από τις ρώγες της που σκλήρυναν αμέσως . Αλλά παρόλα αυτά ήξερε ότι αυτό που γινόταν ήταν λάθος τρομερά λάθος και απαίσιο. Τότε ήταν που έπεσε η πρώτη σταγόνα από το μαύρο μέσα στο σώμα της. 
   Έβγαλε ένα στρίγκλισμα και όρμησε στο θείο της. Άρπαξε με τα δόντια της το μάγουλο του και άρχισε να πηγαίνει το κεφάλι της πέρα δώθε, ακριβώς σαν σκυλί…
Άφησε ένα μεγάλο κόκκινο σημάδι στο μάγουλο του θειου της, που πρήστηκε και μελάνιασε της επόμενες μέρες, αλλά ποτέ κάνεις από τους δυο δεν μίλησε σε κανένα για το τι έγινε. Ο θειος της έλεγε και ξανάλεγε σε όλους ότι παιζαν και κάνανε χαζομάρες, αλλά η Όλγα για κάποιο λόγο πίστευε ότι η μανά της καταλάβει τι είχε γίνει στο περίπου. Παρόλο που δεν ανέφερε ποτέ τίποτα, δεν πήγανε κανένα καλοκαίρι στη Σίφνο ξανά.

   Ναι λοιπόν ναι, το άξιζε και αυτή σαν γυναίκα κάποιον που να την ικανοποίησε στο κρεβάτι όπως έπρεπε, κάποιον που το σεξ μαζί του θα έμοιαζε σαν αυτό που κάνουν τα νεαρά ζευγάρια στις ταινίες, εντάξει περίπου έτσι. Και αν αυτό ο κάποιος ήταν ο Άκης,  και θα ήταν…τότε θα’ταν σαν όνειρο που γίνεται πραγματικότητα.  

   Στεκόταν όρθια, ακριβώς κάτω από την Καμάρα. Ο Άκης βλέποντας την με το γαλάζιο φόρεμα και τα μαύρα μακριά μαλλιά της πιασμένα  σε μια όμορφη κοτσίδα, σκέφτηκε ότι πολύ θα ήθελε να ήταν ο Μίμης εκεί να την έβλεπε. Όντως η Όλγα στο σχολειό μπορεί να ήταν μπαζο, αλλά τώρα φαινόταν όμορφη, σχεδόν εντυπωσιακή.

Ο Μίμης ήταν ο κολλητός του και πριν έρθει στο ραντεβού, κάθονταν στο μπαλκόνι του Μίμη καπνίζοντας και πίνοντας παγωμένες μπύρες.
«Με την Όλγα την Μιλκα ρε μαλάκα;»
«Την ποια;»
«Δεν θυμάσαι; Την Όλγα την Μιλκα, από την αγελάδα της Μιλκα…» είπε ο Μίμης.
«Πωπω καλά που το θυμήθηκες αυτό;» είπε ο Άκης, που καθόλου δεν το είχε ξεχάσει. Ναι για πολλά χρόνια η Όλγα ήταν ‘Η Όλγα η Μιλκα’ η σκέτο ‘Μιλκα’.
«Τι που το θυμάμαι, πλακά μου κάνεις;  Και άντε χεστο αυτό. Το πρόσωπο της , που είναι σαν  να του έχεις κάνει ανασκαφές; Και ο κωλος της…» είπε και έκανε τα δυο του  χεριά του ένα μεγάλο κύκλο.
«Ρε φίλε καμία σχέση, έχει αδυνατίσει, και έχει ομορφ...»
«Φίλε μου είσαι μεγάλος σαβούρας» τον διέκοψε ο Μίμης κακαρίζοντας.
«Καλά τραγούδα, Άσε που έχει και…» ο Άκης έκανε δυο μεγάλες χούφτες μπροστά στο στήθος του και σούφρωσε τα χείλη του.
«Ναι εντάξει αυτό το παραδέχομαι Αλλά και πάλι με τη Μιλκα;»
«Πω δεν αντέχεσαι ρε Μιμή, και στη τελική δεν πάω να την ζητήσω σε γάμο, για ένα ποτό βγαίνω!»


Ναι πολύ θα θελε να την έβλεπε τώρα ο Μίμης.
«Γεια σου Όλγα» είπε φτάνοντας από πίσω της. 
«Α!!! Παναγία μου με κοψοχολιασες» χαχάνισε η Όλγα πιάνοντας την καρδία της.
Ο Άκης ακολούθησε  με το βλέμμα του το χέρι της , όπου προσγειώθηκε στο τεράστιο λευκό πρησμένο σχεδόν στήθος της που πολύ όμορφα είχε αναδείξει σήμερα, με ένα όχι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό, αλλά και σίγουρα όχι σεμνό ντεκολτέ.
«Που πάμε;» ρώτησε η Όλγα, που έπιασε το βλέμμα του Άκη και σκίρτησε από χαρά.
«Ακόλουθα» της είπε προτείνοντας της το μπράτσο του σαν ιππότης.

Μπήκαν σε ένα μικρό σκοτεινό μαγαζάκι. Έπαιζε δυνατή ροκ και ο κόσμος παρά το νωρίς της ώρας ήδη είχε αρχίσει να κουνιέται με τον ρυθμό της μουσικής.
Προς μεγάλη ανακούφιση, μάλλον και των δυο(και μεγαλύτερη έκπληξη του Άκη), είχαν πολλά κοινά ενδιαφέροντα και ακόμα πιο πολλά θέματα να συζητήσουν . Η βράδια κυλούσε όμορφα και τα ποτά  και τα σφηνάκια, αλλά και τα ‘τυχαία’ αγγίγματα όλο και πύκνωναν.
Η ώρα ήταν 2:30. και η Όλγα άκουγε με περίσσιο ενθουσιασμό την ανάλυση του Άκη επάνω σε ένα οικονομικό ντοκιμαντέρ που είχε δει πρόσφατα και που αν το έβλεπε όλος ο κόσμος πολλά πράγματα θα άλλαζαν στην παγκόσμια οικονομία. Μπορεί αυτός να νόμιζε ότι η Όλγα είχε προσηλωθεί στα λεγόμενα του, αλλά η πραγματικότητα ήταν ότι η Όλγα είχε προσηλωθεί, σχεδόν μαγευτεί από τα σαρκώδη του χείλι και τον τρόπο που κινούνταν και σούφρωναν καθώς μιλούσε. Τελικά δεν άντεξε- ίσως τα 2 ποτά και τα 3 σφηνάκια έπαιξαν κάποιο ρολό. Έσκυψε προς το μέρος του, και άγγιξε τα χείλι της με τα δικά του. 
Αυτός σταμάτησε, πήγε μερικά εκατοστά πίσω και την κοίταξε στα μάτια σαν να ρωτούσε ‘σίγουρα;’. και πριν ακούσει οποιαδήποτε απάντηση την αγκάλιασε και άρχισε να την φιλά.
Η Όλγα κατέβηκε από το σκαμπό της και χώθηκε ανάμεσα από τα πόδια του Άκη, πιέζοντας το κορμί της επάνω του χωρίς να σταματήσει να τον φιλά ούτε δευτερόλεπτο. Αυτός όλο και χαμήλωνε τα χεριά του χαϊδεύοντας της άλλοτε τα μπούτια άλλοτε  τον κωλο, αλλά καθόλου δεν την πείραζε. Δεν την πείραζε καν που με την άκρη του ματιού της έβλεπε μερικούς από τους πελάτες του μαγαζιού να του κοιτανε και μάλλον να τους σχολιάζουν. 
Δεν της καιγόταν καρφάκι. Φιλούσε τον ΑΚΗ ΧΑΤΖΗ, και ήταν ΤΕΛΕΙΑ.
   Ο Άκης από την άλλη, έπιασε τον εαυτό του ότι να απολαμβάνει παραπάνω από όσο είχε φανταστεί  τα υγρά χείλη της Όλγας. Και η αίσθηση του μεγάλου μαλακού στήθους της επάνω του, ήταν πολύ πιο ωραία από ότι περίμενε. Παραήταν ωραία για την ακρίβεια.
Η βράδια περνούσε και τελικά αφού γύρισαν τα μισά μαγαζιά της Θεσσαλονίκης , κατέληξαν σε ένα σκοτεινό υπόγειο μαγαζί ονόματι Berlin που έπαιζε υπερβολικά δυνατή ροκ.  Τα φιλία τους είχαν πάρει φωτιά, όπως θα έλεγε ίσως ένα ρομαντικός ποιητής, αλλά και τα χουφτώματα κυρίως από την μεριά του Άκη δεν πήγαιναν πίσω, ίσως τον αντέκρουε κάποιος πιο ρεαλιστής.
   Τελικά στις πέντε παρά, αφού το μαγαζί είχε σχεδόν αδειάσει, τα φωτά άναψαν ξαφνικά.
«Μάλλον μας διώχνουν» είπε ο Άκης βγάζοντας βιαστικά το χέρι του μέσα από το σουτιέν της Όλγας.
«Ναι μάλλον» του χαμογέλασε η Όλγα.
Μάζεψαν τα πράγματα τους και βγήκαν από το μαγαζί. Ο δροσερός καλοκαιρινός αέρας ήταν ότι έπρεπε μετά από τόση ώρα σε ένα υπόγειο γεμάτο κάπνα με ανύπαρκτο εξαερισμό.
«Δεν νομίζω ότι έμεινε κάτι άλλο ανοιχτό τέτοια ώρα Όλγα»
«Χαχα, αλήθεια;»
«Ναι είναι πέντε, και είναι καθημερινή. Θες να πάμε μέχρι τα ταξί;» είπε ο Άκης και σκέφτηκε ότι μέχρι εκεί θα πήγαινε. Θα άφηνε μετέωρο, αυτό το ‘πάμε μέχρι τα ταξί’ και αν ήθελε αυτή να συνεχίσουν ας του το λέγε. Όχι ο Άκης Χατζής δεν ήταν από αυτούς τους αποτυχημένους που κυνηγούσαν της γκόμενες. Οι γκόμενες κυνηγούσαν αυτόν. Άλλωστε οι γονείς της ήταν στην Καραϊβική η κάπου εκεί, και οι δικοί του στη Σκιάθο, και της το είχε πει.
«Ναι αφού δεν έχει κάτι άλλο πάμε» είπε η Όλγα προσπαθώντας να καταλάβει τι εννοούσε ‘στα ταξί’ .Θα έφευγαν μαζί, η απλά θα την πήγαινε μέχρι εκεί;. Όπως και να είχε, αυτή δεν θα του ζητούσε τίποτα. Άλλωστε αυτή ήταν που είχε κάνει την πρώτη κίνηση και τον είχε φιλήσει. Αν τον προσκαλούσε και σπίτι της, θα έδειχνε εντελώς απελπισμένη.
   Περπάτησαν μέχρι την πιάτσα, και στάθηκαν μπροστά σε μια βιτρίνα. Κοιταχτήκαν χωρίς να μιλανε, ο καθένας περιμένοντας τον άλλο να προτείνει κάτι. Τελικά γέμισαν το κενό, με ένα πεντάλεπτο παθιασμένο φιλί κόντρα στην βιτρίνα.. Ο Άκης την είχε κολλήσει στην τζαμαρία. Με το ένα χέρι του χάιδευε το μπούτι της που ήταν τυλιγμένο γύρω από το πόδι του , και με το άλλο χάιδευε απαλά το στήθος της , χωρίς να νοιάζεται στο ελάχιστο, για τους τρεις ταξιτζήδες πίσω τους, που τους κοιτούσαν χωρίς ίχνος διακριτικότητας.
   Ο πρώτος από τους τρεις, ένας τεράστιος 65αρης καραφλός άναψε τσιγάρο κοιτώντας την μεγαλόσωμη αφράτη κοπέλα. Σκέφτηκε ότι παρόλα τα παχακια της και τον μεγάλο κωλο της, θα την ‘χειριζόταν’ πολύ πολύ καλύτερα, από τον λέλεκα που την πασπάτευε, αν ήταν στην θέση του. Ύστερα ευχήθηκε να πάρει ο λέλεκας το πίσω ταξί και η αφράτη το δικό του, αλλά δεν το πείραξε καθόλου όταν τελικά και οι δυο μπήκαν στο δικό του ταξί. Πάλι θα μπορούσε να ρίξει μερικές κλεφτές ματιές από τον καθρέφτη στα μπούτια και στο ζουμερό στήθος της μικρής.

                                                           Το ταξί


   ‘Εντάξει, μέχρι εδω ήταν’ σκέφτηκε ο Άκης καθώς έμπαινε στο ταξί πίσω από την Όλγα. ‘Αν αυτή δεν προτείνει και τώρα κάτι…’ Της είχε πει, «Θες να πάρουμε το ίδιο ταξί;» .Αυτό ήταν, δεν θα την παρακαλούσε κιολλας. Όχι φιλέ μου, ο Άκης Χατζής δεν ήταν από τους τύπους που παρακαλούσαν. Έπρεπε αυτή να τον καλέσει σπίτι της.
‘Σιγά μην παρακαλέσω την Όλγα την Μιλκα’ σκέφτηκε, και ύστερα απόρησε με τον εαυτό του. Πως μπόρεσε να σκεφτεί κάτι τοσο άσχημο, χωρίς να του έχει κάνει τίποτα η κοπέλα. Αλλά όπως και να είχε το πράγμα, η επόμενη κίνηση ήταν δίκια της, και αυτός ήξερε μερικούς τρόπους για να την παρακινήσει.
«Γεια σας παιδιά»
«Γεια σας είπαν με μια φωνή, ο Άκης και η Όλγα.
«Που πάμε;»
«Ε, προς Πανόραμα και θα σας πούμε.» είπε ο Άκης ελπίζοντας να μην ρωτούσε που ακριβώς ο οδηγός, γιατί τότε θα έπρεπε να πει στο σπίτι του, που ήταν πρώτο και σίγουρα θα ήταν πιο δύσκολο να αυτοκαλεστει η Όλγα στο δικό του από το να τον καλέσει απλά στο δικό της. ευτυχώς δεν ρώτησε.

Το ταξί ξεκίνησε την διαδρομή. Είχαν περίπου 15-20 λεπτά μέχρι το Πανόραμα και ο Άκης έβαλε αμέσως σε εφαρμογή το σχέδιο του. Με το ένα του χέρι άρχισε να χαϊδεύει την πλάτη και τα μαλλιά τη Όλγας. Με το άλλο όσο πιο διακριτικά γινόταν, για να μην δώσουν και παράσταση στο χοντρό ταρίφα, άρχισε να χαϊδεύει το γυμνό μπούτι της Όλγας, πηγαίνοντας βαθμιαία όλο και πιο μέσα στους μύρους της. Ώσπου ύστερα από λίγα λεπτά άγγιξε φευγαλέα το κιλοτάκι της, κάνοντας την να βγάλει ένα μικρό βογγητό.
   Η Όλγα παρόλο που αγνοούσε ότι ο Άκης είχε το ‘σχέδιο’ του, είχε και αυτή το δικό της. Και σαν γυναίκα ήταν αρκετά πιο εύκολο. Είχε προσέξει ότι το μισό βραδύ ο Άκης κοιτούσε αντί για τα μάτια της, το στήθος της με θρησκευτική προσηλώση οταν του μιλούσε και είχε έρθει η ώρα να του παραχωρήσει λίγη ακόμα θεά. Έκανε πως βολεύεται στο κάθισμα και στρώνει το φόρεμα της , κατέβασε το μπούστο της αρκετά παρακάτω, μέχρι που λίγη δαντέλα από το μαύρο σουτιέν της φάνηκε, και γύρισε αρκετά προς το μέρος του. Η ιδέα του να βλέπει ο Άκης γυμνό τοσο μεγάλο μέρος του στήθους της άρεσε πολύ, Αλλά δεν την τρέλαινε η ιδέα του να το βλέπει και ο χόντρος  γέρος που οδηγουσε το ταξί, και μύριζε λίγο περίεργα, σαν ιδρωτίλα και χαλασμένο τυρί.

   Αλλά παρόλο που και οι δυο είχαν προσπαθήσει με τον τρόπο τους, τα ερωτικά τους κολπάκια να μην γίνουν αντιληπτά από τον ταξιτζή, ο γέρο-Θανάσης δεν ήταν κανένας πρωτάρης. Οδηγουσε 26 χρόνια ταξί και ζούσε για αυτές τις στιγμές.
Έτσι, εκτός από τον τεράστιο πλατύ καθρέπτη που είχε βάλει αντικαθιστώντας τον ήδη μεγάλο καθρέπτη της 300 Mercedes, επάνω σε αυτόν είχε τοποθετήσει ένα μικρό κυρτό καθρεφτάκι, σαν αυτά που έχουν στις στροφές χωρίς ορατότητα, η στα ψιλικατζίδικα για τους κλεφτές, με αποτελεσμα να έχει πλήρη θεά του τι γινόταν στα πίσω καθίσματα του αμαξιού του.
   Τελικά είχε παρεξηγήσει τον νεαρό. Τελικά  ήξερε τι έκανε. Είχε ξεσηκώσει τοσο την μικρή του φιλενάδα, που τώρα ανάσαινε γρήγορα και βάρια κάνοντας το πελώριο στήθος της να ανεβοκατέβαινε. Ο Θανάσης είχε δει πολλές τέτοιες φάσεις στο ταξί του ανά τα χρόνια, αλλά αυτή η μικρή είχε κάτι ξεχωριστό. Ο τρόπος που ήταν αφράτη και αγκομαχούσε κάτω από τα επίδοξα χαϊδολογήματα του αγοριού τον είχε ανάψει τοσο που με δυσκολία κοιτούσε πλέον τον δρόμο.
   Τα πολύτιμα λιγοστά λεπτά περνούσαν, και η Όλγα αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα.
«Άκη, μου αρέσεις, πολύ!» του ψιθύρισε και του δάγκωσε ελαφριά τον λοβό.
«Όλγα, και μένα!» είπε αυτός και ακούμπησε το φουσκωμένο καβάλο του στο μπούτι της.
Άρχισαν να φιλιούνται . Είχαν μείνει 4-5 λεπτά μέχρι το σπίτι του Άκη.
‘Θα με ρωτήσει! Θα με ρωτήσει το ξέρω. Αλλά και να μην με ρωτήσει ,δεν πειράζει, όλο το καλοκαίρι θα είμαι εδω, σίγουρα θα ξαναβγούμε, ναι σίγουρα’ σκέψεις ανάκατες παραληρούσαν στο μυαλό της Όλγας. ‘ Μπορεί να ξαναβρεθούμε! Σίγουρα θα ξαναβρεθούμε! Εγώ πάντως δεν θα του πω τίποτα για σήμερα. Στο κάτω κάτω αυτός είναι ο άντρας, ναι ο ΑΝΤΡΑΣ.» κατέληξε η Όλγα , χουρχουρίζοντας σχεδόν καθώς τριβόταν πάνω στον Άκη.
   Τώρα ο Θανάσης είχε ανάψει τοσο που ένιωθε το πουλί του σκληρό σαν πετρά κάτω από την κοιλία του. Όπως πλέον το ένιωθε σκληρό μονό όταν έβλεπε στο Ιντρενετ εκείνα να τα βίντεο με της δεμένες κοπέλες.
   Ναι, αυτά τα σωτήρια βίντεο , που είχαν βγάλει το φίδι του από ένα 7ετη σχεδόν λήθαργο, τι λήθαργο, χειμερία νάρκη δεν λες καλύτερα.
   Ο Κυρ.Θανασης  ήταν ένας απλός οικογενειάρχης. Ήταν 66 χρονών με ένα αγόρι στα 28 και μια γυναίκα, την κυρά Βάγια.. Ζούσε μια ήρεμη ζωή , χωρίς προβλήματα, χωρίς χρέη, αλλά ούτε και πολλά λεφτά, και με ένα σχετικά ευτυχισμένο γάμο.
Δεν την είχε κερατώσει ποτέ τη Βάγια.. 31χρονια γάμου κύριος . Και είχε και τις ευκαιρίες του, αυτό να λέγεται. Εκτός από τα ‘παχακια’ του, που τα είχε πάρει τα τελευταία χρόνια και όλο και αυξάνονταν σαν διαολεμένο σωσίβιο που φούσκωνε από μονό του, δεν ήταν και κανένας κακομούτσουνος. Οχι κυρίες μου.
   Το πρόβλημα τώρα ήταν ότι μετά τα 50 τους όσο ερωτισμός είχε απομείνει μεταξύ τους άρχισε να φθίνει με γοργούς ρυθμούς και τελικά στα 57 τους- ίσως να έφταιγε και που ήταν η χρόνια που πηρέ απότομα εκείνα τα 10 κιλά,   ίσως να φταίγε και η εμμηνόπαυση της Βαγιάς, η οποία ερωτική έλξη υπήρχε, έσβησε σαν μισοσβησμένο κούτσουρο, που το πετάς ένα κουβά νερό. 
   Είχαν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια , χωρίς να αγγίξει ο ένας τον άλλο ούτε μια φορά, και ο Θανάσης είχε καταλήξει ότι μάλλον για το υπόλοιπο της ζωής του, το πουλί του θα του χρησίμευε για να κάνει την ανάγκη του και μόνο. Για πουτανες δεν γινόταν λόγος και ήταν λίγο μεγάλος και κουρασμένος για να τρέχει πίσω από κοριτσάκια. Δεν τον ενοχλούσε και πολύ, έτσι και αλλιώς ούτε ο ίδιος ένιωθε καμία ιδιαίτερη ανάγκη να κάνει σεξ η οτιδήποτε, μέχρι που μπήκαν στη ζωή του εκείνα τα βίντεο…
   Ο γιος του τελειώνοντας την σχολή έμεινε ένα χρόνο σπίτι τους, πριν πάει φαντάρος. Φεύγοντας το μονό που άφησε ήταν κάποια παλιά ρούχα και ο παλιός υπολογιστής του, που ελάχιστα είχε μάθει ο Θανάσης να χρησιμοποιεί, μετά από έντονες πιέσεις του γιου του να τον εκσυχρονισει. Και περά του υπολογιστή και των ρούχων ,40 ακόμα έξτρα ευρώ στο λογαριασμό του τηλέφωνου για το Ιντερνέτ.
Ο κυρ-Θανάσης όλο έλεγε θα πάει να το κόψει και όλο το ξεχνούσε, ώσπου τελικά μετά από μια συζήτηση με ένα νεαρό συνάδελφο του ανακάλυψε την μαγεια του διαδικτύου. Πατώντας μερικές απλές λέξεις, και μερικά κλικ είχε μπροστά του δωρεάν μια πληθώρα από ενδιαφέροντα βίντεο. Ο Θανάσης παρόλο που δεν σκαμπαζε και πολλά από τους υπολογιστές και από αγγλικά, βρήκε γρήγορα τον δρόμο του, και πατώντας λέξεις, όπως ‘hardcore’ ‘tighten up’ στο youpορn η σε παρομοια κανάλια, αυνανιζόταν με περίσσια  ευχαρίστηση και ζήλο, που είχε να νιώσει από τότε που ήταν έφηβος, κάθε φορά που η κύρια Βάγια έλειπε από το σπίτι.
   Στα βίντεο αυτά, έβλεπε νεαρές γυναίκες, μπουμπούκια σκέτα, δεμένα άλλοτε με χειροπέδες , άλλοτε με σχοινιά στα χεριά και στα πόδια να πασχίζουν να ξεφύγουν από επιβήτορες με τεράστια παλαμάρια , που τελικά πάντα της έπαιρναν . Και αυτές παρολες τις τσιρίδες και τις προσπάθειες( αυτό ήταν που τον τρέλαινε)  τους να ξεφύγουν , πάντα στο τέλος έμοιαζαν να πεθαίνουν από ευχαρίστηση.
   Η λιμπιντος του μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε απογειωθεί. Είχε αρχίσει μέχρι και την Βάγια να την ξαναθελει. Ήθελε να της κάνει πράγματα…πράγματα σαν αυτά που έβλεπε στα βίντεο.
   Έτσι μια νύχτα που είχε ρεπό το προηγούμενο καλοκαίρι και ξάπλωναν στο κρεβάτι με ελάχιστα ρούχα , αυτός άσπρο σώβρακο και φανελάκι και η Βάγια με ένα ελαφρύ νυχτικό, σκέφτηκε ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία.
   Άρχισε να χαϊδεύει τα πόδια της γυναίκας του, ενώ αυτή διάβαζε ένα χοντρό βιβλίο. Συνέχισε με φιλιά στα μπράτσα της και στο λαιμό της και τελικά της το είπε. Ότι μερικά ζευγάρια δένουν τα χεριά ο ένας του αλλού και ότι…
«Είσαι με τα καλά σου βρε Θανάση;» είπε η κύρια Βάγια πριν ολοκληρώσει ο Θανάσης την φράση του, και πριν απαντήσει αυτός κάτι ξαναγύρισε στο βιβλίο της. 
Ο κυρ Θανάσης  δεν το ξαναπροσπάθησε. 

   Τώρα κοιτούσε αυτή τη κοπέλα στο πίσω κάθισμα, και την φανταζόταν να παλεύει γυμνή να ξεφύγει από τις χειροπέδες η ακόμα καλύτερα τα σχοινιά, φανταζόταν τα στήθη της να κουνιούνται περά δοθε και τα πόδια της να χτυπαν λυσσασμένα το κρεβάτι. Το πουλί του ήταν τοσο σκληρό που κόντευε να σκάσει.
   Ναι αν κατέβαιναν μαζί, που από την εμπειρία του ο Θανάσης θα έπαιζε τα λεφτά του σε αυτή τη εξέλιξη, θα πήγαινε στο παρκακι πάνω από κολλέγιο ‘Αριστοτέλης’ και θα αυνανιζόταν με αυτή τη κοπέλα  στο μυαλό του δεμένη.
Αν πάλι όχι…αν αυτός κατέβαινε πρώτος, ίσως να δόκιμε την τύχη του με την μικρή, να δει στο κάτω κάτω αν περνούσε η μπόγια του ακόμη, όχι τίποτα σπουδαίο, όχι τίποτα τραβηγμένο, να, μερικά γλυκόλογα και αν έπιαναν τόπο καλώς. Αν όχι υπήρχε πάντα το παρκακι.
   Και τότε παρατήρησε το λαμπάκι της βενζίνης που ανάβει δειλά δειλά , και τότε του ήρθε η ιδέα! Λίγο πιο κάτω ούτε δυο χιλιόμετρα έξω από το δρόμο ήταν το βενζινάδικο του μπαρμπαΤακη. Ναι, θα πήγαινε μέχρι εκεί να το φουλάρει, έτσι θα είχε πιο πολύ ώρα να σκεφτεί την κίνηση του. Αν ήταν ανοιχτό θα έβαζε την βενζίνη και θα έφευγε αλλά θα είχε κερδίσει και 5 επιπλέον λεπτά, σε περίπτωση όμως που ήταν κλειστό, έτσι ήρεμα που είναι εκεί μέσα στη φύση, θα ήταν μια χαρά για λίγο φλερτάρισμα, παραπάνω από μια χαρά. Ίσως και 2 χάρες μάλιστα.
Αλλά όλα αυτά φυσικά μονό στην περίπτωση που κατέβαινε το αγόρι πρώτο.
«Είσαι με τα καλά σου βρε Θανάση;»άκουσε στο μυαλό του την φωνή της γυναίκας του αλλά την αγνόησε εύκολα, είχε να ερεθιστεί τοσο ούτε αυτός ήξερε από ποτέ.

«Αυτό ήταν λοιπόν, αφού αυτή δεν είχε σκοπό, ας πήγαινε να πνίγει» σκέφτηκε ο Άκης, ρίχνοντας ένα τελευταίο σκαναρισμα στα μπούτια και το στήθος της Όλγας, για να έχει υλικό για το σπίτι.
«Εμένα θα με αφήσετε Μαυροκορδάτου 20, είναι το στενό μετά από την τράπεζα στη γωνία» είπε με φωνή βραχνιασμένη σαν να είχε ξεραθεί ο λαιμός του. Ξερόβηξε δυο φόρες και συνέχισε… 
«Καλό βραδύ Όλγα, ξαναμιλάμε αν είναι» είπε και βγήκε. 
«Ναι ναι ξαναμιλάμε» είπε αυτή λιγάκι σαν αποχαυνωμένη.
 Η πόρτα έκλεισε και ο Θανάσης ευχαρίστησε τα Άγια για την καλή του τύχη.
«Εμείς θα πάμε προς Χορτιάτη , μετά το τέρμα τον λεωφορείων» είπε η Όλγα αργά, σαν να μιλούσε μέσα από όνειρο.
«Εμείς θα πάμε;» σκέφτηκε ο Θανάσης. «Εμείς;» και μετά το τέρμα τον λεωφορείων; Είχε καν σπίτια εκεί, η μήπως τελικά δεν θα χρειαζοντουσαν ούτε τα γλυκόλογα. Μήπως η τύχη του χαμογελούσε σήμερα για τα καλά;
«Έχει σπίτια εκεί κοπελιά;» ρώτησε με περίσσια τσαχπινιά και νόημα στη φωνή του ο Θανάσης. 
«Ε ναι έχει, έχει. Θα σας πω πως θα πάμε μόλις φτάνουμε» είπε η Όλγα που δεν είχε παρατήσει καμία τσαχπινιά ούτε είχε πιάσει κάνα νόημα στη φωνή του. Και να ήθελε δηλαδή δεν θα μπορούσε. Ήταν τοσο αναμμένη ,σαν γάτα που σέρνει ένιωθε. Ήθελε να αγγίξει τον εαυτό της όσο δεν είχε θελήσει τίποτα στη ζωή της. Ένιωθε το καινούργιο εσώρουχο της τοσο υγρό, που ήταν σίγουρη ότι θα αφήσει στάμπα στο φόρεμα. 
Έβαλε την μικρή τσάντα της επάνω στα πόδια της και άγγιξε την ήβη της. Χωρίς να το καταλάβει ένα μικρό βογγητό βγήκε από τα χείλι της. Έβαλε ντροπιασμένη την παλάμη της στο στόμα της και έκανε πως καθαρίζει τον λαιμό της.
«Είσαι υγρή;»
«Με συγχωρείτε; Είπατε κάτι;» είπε η Όλγα βγαίνοντας από τον υπερδιεγερμενο κόσμο της.
«Ε…όχι όχι τίποτα!» απάντησε ο οδηγός, ξύνοντας αμήχανα την φαλάκρα του. ‘Ηλίθιε’ είναι μια απλή κοπέλα, δεν παίζει σε πορνοταινια. ‘Ηλίθιε, Βλακα!’ μπινελικωσε τον εαυτό του για την βλακεία που είχε πει. Αλλά του είχε αρέσει  που την ρώτησε, του είχε αρέσει ο τρόπος που βγήκαν οι λέξεις από το στόμα του, γλυκές και κάπως ζεστές και υγρές.
«είσαι υγρή;» αυτό είχε πει σκέφτηκε η Όλγα και κατέληξε ότι μάλλον ήταν ιδέα της! Όχι αποκλείεται να είχε πει κάτι τέτοιο ο οδηγός.
«Με συγχωρείτε, έπρεπε να στρίψετε στην επόμενη διασταύρωση» είπε βλέποντας το ταξί να στρίβει σε ένα παράδρομο που φωτιζόταν παραδόξως πιο πολύ από τον κεντρικό δρόμο.
«Ναι κορίτσι μου το ξέρω, Αλλά να δες, άδειος είμαι» είπε ο Θανάσης χτυπώντας το δείκτη του στο καντράν εκεί που είχε ανάψει το λαμπάκι. «Δεν θα μου φτάσει να γυρίσω, ούτε ένα λεπτό παρακάτω έχει βενζινάδικο, δεν θα στα χρεώσω φυσικά» συνέχισε και πάτησε ένα κουμπί στο ταξίμετρο κάνοντας τους αριθμούς να παγώσουν στο 19.45.
«Εντάξει, όπως..»
«Αλήθεια 2 λεπτά θα κάνουμε» είπε ο Θανάσης και ευχήθηκε να ήταν  κλειστό το Βενζινάδικο.
Η νύχτα ήταν ζεστή, τα τζιτζίκια τραγουδούσαν λες και του κάναν την χάρη να ομορφύνουν  την ατμόσφαιρα, και η μικρή, καυλωμένη μέχρι τα μπούνια και αυτός το ίδιο όμως – η αλήθεια να λέγεται, και το μέρος ότι έπρεπε. Και για να ήμαστε και ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, η νεαρά δεν ήταν και καμία πριγκίπισσα, ασχημούλα ήταν, ασχημούλα αλλά… σκέφτηκε ο Θανάσης ρίχνοντας μια λαίμαργη μάτια από τον καθρέφτη.  Έσπρωξε το καβάλο του με την παλάμη του και απόρησε με το μόριο του που ήταν ακόμα όρθιο, και όχι απλά όρθιο, άπλωνες μπουγάδα που έλεγε και ο Άγγελος από το 456.

   Όπως είχε πει ο κυρ-Θανάσης ούτε 2 λεπτά αργότερα φάνηκε μπροστά τους το βενζινάδικο. Όχι μονό όμως ήταν κλειστό, αλλά  έμοιαζε να είχε κλείσει μήνες τώρα. Φαινόταν εντελώς εγκαταλειμμένο και πνιγμένο στα αγριόχορτα. Μερικά τζαμια ήταν σπασμένα.
   Σταμάτησε το ταξί μπροστά στις αντλίες, έσβησε την μηχανή και κατέβηκε. 
«Είναι κλειστό» είπε από το πίσω κάθισμα η Όλγα, που τώρα η ερωτική της διάθεση είχε κάνει φτερά, και δεν της άρεσε καθόλου που βρισκόταν με ένα άγνωστο στη μέση του πουθενά.




                                                Το βενζινάδικο


Ο Θανάσης γύρισε πλάτη στο ταξί και κοίταξε το εγκαταλειμμένο βενζινάδικο σαν να περίμενε κάποιο φάντασμα-υπάλληλο να βγει και να του γεμίσει το ντεπόζιτο.
«Τώρα η ποτέ» σκέφτηκε «Δεν συμβαίνουν αυτά τα πράγματα κάθε μέρα»
‘Είσαι με τα καλά σου βρε Θανάση’ άκουσε πάλι την γυναίκα του με ύστερα εντελώς από το πουθενά του ήρθε μια φράση που κάπου είχε διαβάσει η ακούσει. ‘carpe diem’- ‘άδραξε την ευκαιρία’.
   Η Όλγα παρατηρώντας την τεράστια πλάτη του ταξιτζή, που στεκόταν και κοιτούσε ένα άδειο, εγκαταλειμμένο κτίριο, άρχισε να μην αισθάνεται καθόλου καλά. Η φράση ‘είσαι υγρή’ άρχισε να της φαίνεται πιο αληθινή, πιο απτή.
Μια ολοένα και αυξάνουσα ανησυχία , σαν φιδάκι που ξετυλίγεται ,άρχισε να σέρνεται, κυλώντας από το στομάχι της μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών της.
‘Carpe diem λοιπόν’ κατάληξε ο Θανάσης, και γύρισε προς το αμάξι. Άνοιξε την πίσω πόρτα.
«Πως σε λένε κοπελιά;’ Είπε και στήριξε με σκέρτσο το σώμα του στην ανοιχτή πόρτα.
«Όλγα» είπε αυθόρμητα και το μετάνιωσε αμέσως. Όχι. Δεν ήθελε να του πει πως την λένε, γιατί να του το πει. 
«Όλγα! Ωραίο όνομα έχεις μικρή. Βγες έξω λιγάκι ,είναι όμορφα εδω!» 
Δεν ήθελε να βγει έξω, δεν ήθελε να του πει το όνομα της, δεν ήθελε καν να είναι εκεί. Ήθελε να μπει πάλι στη θέση του ο χοντρός ταξιτζής και να την πάει σπίτι της.
«Έλα λίγο, αλήθεια είναι ωραία!» συνέχισε  Θανάσης και άπλωσε το χέρι του.

   Τότε όλα στράβωσαν, όλα έγιναν λάθος η σωστά! Ανάλογα πάντα από ποιου πλευρά και σκοπιά το βλέπεις.
 Η Όλγα βλέποντας το χέρι να έρχεται προς το μέρος της, αντανακλαστικά πήγε προς τα πίσω, και όταν ο ταξιτζής έσκυψε λίγο μέσα στο αμάξι, σύρθηκε γρήγορα στο κάθισμα κολλώντας στην απέναντι πόρτα. 
   Μέχρι εκείνη την στιγμή ο Θανάσης ναι μεν είχε θολώσει από πόθο, ναι ήταν έτοιμος να αδράξει την ευκαιρία, αλλά δεν είχε τίποτα το τραβηγμένο στο μυαλό του. Τίποτα που δεν θα έκανε σε άλλες περιπτώσεις και κυρίως τίποτα που μπορεί να είχε σχέση με λέξεις όπως ‘σεξουαλική παρενόχληση’ ‘ μήνυση’ ‘δικαστήριο’ κλπ κλπ.
    Αλλά όταν η Όλγα ανέβασε τα πόδια της στο κάθισμα και έσπρωξε τον εαυτό της προς τα πίσω, τότε όλα άλλαξαν. Όταν είδε τα δυο μεγάλα μαστάρια της, να ταρακούνιονται , καθώς προσπαθούσε να απομακρυνθεί από αυτόν , το μυαλό του βομβαρδίστηκε κυριολεκτικά από εικόνες με γυναίκες φιμωμένες, αλυσοδεμένες, που σπαρταρούσαν να ξεφύγουν, εικόνες από όλα εκείνα τα βίντεο που τόσα χρόνια παρακολουθούσε με μανία.
«Έλα έξω ένα λεπτό, Έλα για ένα λεπτό σου λέω» φώναξε και την έπιασε από τους αστράγαλους.
Η Όλγα άρχισε να τσιρίζει και να κλοτσαει.
«Σκασ….» πήγε να πει αλλά το μετάνιωσε. Δεν ήθελε καθόλου να σκάσει. Ισα ισα. Με κάθε της τσιρίδα, ένα κύμα αίματος λες και έσκαζε στο πουλί του, πρήζοντας το ακόμα περισσότερο.
  Την τράβηξε σχεδόν ολόκληρη έξω από αμάξι, και τότε η Όλγα κάνοντας μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεφύγει, τίναξε τα πόδια τα στην εσοχή της πόρτας, σαν να είχε στο μυαλό της ότι θα κατάφερνε να πετάξει η στην χειρότερη να πηδήξει πάνω από τον ταξιτζή 
Αυτό που κατάφερε, ήταν ουσιαστικά να πηδήξει στην αγκαλιά του  Θανάση, ο όποιος έχασε την ισορροπία του- η Όλγα δεν ήταν και πούπουλο, και αφού έκανε μια περίεργη στραβή πιρουέτα με την Όλγα στην αγκαλιά του, προσγειώθηκαν στο χώμα. Αυτός από πάνω της…

Η Όλγα ένιωσε όλο τον αέρα να βγαίνει με φορά από τα πνευμονία της κάτω από το βάρος του και τα μάτια κόντεψαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους από την τρομερή και ξαφνική πίεση.
«Όπα μικρή μου, όπα» είπε ο Θανάσης και γράπωσε το στήθος της.

Η Όλγα  ένιωσε εκείνο το μαύρο πράγμα εκείνο το δηλητήριο να χύνεται στις φλέβες της ξανά. Το ένιωσε σαν φυσική αντίδραση του οργανισμού της, να την ξυπνά και να την δυναμώνει.
Ο ταξιτζής άρχισε να πασπατεύει, να φιλά και να πιπιλίζει αχόρταγα κάθε μέρος του κορμιού της με  τα χεριά του και το στόμα του. Τον ένιωθε παντού σαν να είχε όχι δυο αλλά δέκα χεριά και αλλά τόσα στόματα. Με ένα υπερενθουσιώδες ‘ΧΑ’ τράβηξε με δύναμη και έσκισε  τη ράντα του σουτιέν της μαζί με τη ράντα από το γαλάζιο φόρεμα..
Το παχουλό λευκο της στήθος απελευθερώθηκε και ο Θανάσης βλέποντας το βούτηξε σχεδόν επάνω του. Άρχισε να το γλύφει και να το δαγκώνει με μανία. Χωρίς να ξεκολλήσει καθόλου από πάνω της, με το ένα του χέρι κατέβασε το παντελόνι του και το άσπρο σώβρακο του, μέχρι τα παπούτσια του, ήθελε να το βγάλει αλλά δεν υπήρχε ούτε λογική ούτε ώρα για τέτοια πράγματα, έπρεπε να μπει μέσα της, έπρεπε να δαμάσει αυτή την άτακτη φοράδα, έτσι ακριβώς την σκεπτόταν. Μια άτακτη φοράδα που ήθελε τον αγελαδάρη της, τον καουμπόι της.
Η Όλγα με τρόμο κατάλαβε ότι το σκληρό, όχι απλά σκληρό αλλά λες και πέτρινο καυτό πράγμα που της πίεζε το μπούτι λες και θα το τρυπούσε ήταν το πέος του γέρου. Αυτός με μια γρήγορη κίνηση γράπωσε το καινούριο εσώρουχο της και το έσκισε. Ο Όλγα ούρλιαξε ξανά και άρχισε να παλεύει ακόμα πιο ‘μανιασμένα’ να ξεφύγει. Όχι δεν προσπαθούσε ακριβώς όμως να ξεφύγει, άλλωστε θα ήταν αδύνατο να του ξεφύγει παλεύοντας… Διάολε τώρα σκεπτόταν, τώρα το μυαλό της πήγαινε με χίλιες στροφές το δευτερόλεπτο, πια η σκέψη της πήγαινε πιο γρήγορα και από το γαμημένο το φως.  Θα  πάλευε θα ούρλιαζε, θα χτυπούσε, αλλά όχι με πολύ δύναμη, 
,μονό για να νομίζει αυτός…και όταν θα ήταν η κατάλληλη στιγμή…

Ο κυρ-Θανάσης  άρχισε να ψαχουλεύει ανάμεσα στα πόδια της, βρήκε αυτό που έψαχνε και έχωσε 3 από τα χοντρά του δάχτυλα μέσα. Ο πόνος δεν ήταν τοσο σπουδαίος αλλά η οργή και η κατάντια που αισθάνθηκε η Όλγα ήταν πρωτοφανής! Πάραυτα συνέχισε την παράσταση της, δεν είχε έρθει ακόμα η κατάλληλη στιγμή. 
«Το ξέρα ότι ήσουν υγρή, το ξέρα μικρή μου, ήμουν σίγουρος» μούγκρισε ο Θανάσης.

Τρύπωσε κουνώντας την μέση του πιο καλά άμεσα στα πόδια της και σήκωσε την λεκάνη του για να μπει μέσα της.

«Ααα»η Όλγα έβγαλε μια κραυγή σαν πολεμική ιαχή σχεδόν. Τίναξε το κεφάλι της και με τα δόντια της άρπαξε τον λαιμό του ταξιτζή δαγκώνοντας σαν λυσσασμένη με όλη της τη δύναμη. τώρα πλησίαζε η στιγμή…μόλις σήκωνε ακόμα λίγο την μέση του, μια ζυγισμένη αλλά δυνατή κλοτσιά ανάμεσα στα πόδια …. και…  

«Σκύλα!» ούρλιαξε ο Θανάσης και τράβηξε με φορά το σώμα του προς τα πίσω. Ένας αβάσταχτος πόνος σαν από κάψιμο μαζί με κόψιμο τον έκανε να ξανά ουρλιάξει. Κοίταξε στο στόμα της και είδε ένα μικρό κόκκινο κομμάτι ανάμεσα στα δόντια της, που… διάολε ήταν το δέρμα του.
   Αυτό που δεν είχε υπολογίσει η Όλγα ήταν ότι την προηγούμενη φορά το σχέδιο της είχε λειτουργήσει γιατί από πάνω της είχε ένα σουρωμένο Άγγλο που ζύγιζε με το ζόρι 70 κιλά. Τώρα όμως είχε από πάνω της τον κυρ Θανάση, που ζύγιζε 110 κιλά, και ήταν καυλωμένος σαν μαντρωμένος ταύρος την εποχή ζευγαρώματος, απέναντι από κοπάδι με αφράτες παχιές αγελάδες.

   Το επόμενο δευτερόλεπτο  το κεφάλι της Όλγας τινάχτηκε σαν από πάνινη κούκλα. Όλα μαύρισαν μπροστά της και ένας δυνατός βόμβος σαν είχε μπει ολόκληρη μύγα μέσα στο κεφάλι της, άρχισε να ακούγετε στο δεξί αυτί της. Ήταν θαύμα που δεν έσπασε το σβέρκο της από την τοσο δυνατή σφαλιάρα.
«Σκύλα!» φώναξε ξανά ο Θανάσης. Με το ένα του χέρι έπιασε και τους δυο καρπούς της Όλγας και τους κράτησε στο χώμα πάνω από το κεφάλι της. Τους χτύπησε 2-3 φόρες κάτω λες και τους κάρφωνε εκεί και ύστερα με το ελεύθερο χέρι του έπιασε το πουλί του, και μπήκε με φορά μέσα της.
Η Όλγα που προσπαθούσε  ακόμα να συνελθει από την σφαλιάρα, σχεδόν δεν το ένιωσε.
Άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της.

   Δεν είχε ιδέα πόση ώρα πόση ώρα είχε περάσει- μπορεί 2 λεπτά μπορεί και 2 ώρες , όταν το κουδούνισμα στο κεφάλι της άρχισε να υποχωρεί. Η πρώτη της σκέψη ήταν 
«Με βιάζει! Χριστέ μου με βιάζουν» και αμέσως  μετά με μεγαλύτερη σχεδόν φρίκη… «Και είμαι υγρή». Ήταν  τοσο υγρή εκεί κάτω από πριν, που τώρα ο γέροταξιτζης έκανε την δουλεία του χωρίς καν να την ποναει.
«Σκύλα μου, θα σε χύσω!» μούγκρισε ο Θανάσης. «Ναι θα σε χύσω»
Η Όλγα έκανε μια κουρασμένη προσπάθεια να απελευθερώσει τα χεριά της αλλά ο Θανάσης τα πίεσε ακόμα πιο δυνατά στο χώμα.
«Με βιάζουν...» Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα  μάτια της μέχρι τα αυτιά της.
Το μαύρο, η μαγική της δύναμη είχε αδειάσει από μέσα της, η μπορεί και όχι, το ένιωθε λίγο κάπου, αλλά ήταν σαν να έχει λουφάξει σε κάποια σκοτεινή γωνία του κεφαλιού της. Όπως και να είχε όμως, είχε φύγει και την είχε αφήσει αδύναμη και μικρή, κάτω από ένα γερασμένο χοντρό, που μύριζε χαλασμένο τυρί και την βίαζε χωρίς...

«Σκύλα μου» επανέλαβε αγκομαχώντας ο Θανάσης. «Θα σε χύσω, αλλά δεν θέλουμε να αφήσουμε τον σπόρο μου μέσα σου, ε; Όχι, όχι τον σπόρο μου μέσα σου. Οχι»
 Το κεφάλι της τινάχτηκε βίαια από την άλλη μεριά αυτή τη φορά. Μια ακόμα σφαλιάρα για να είναι σίγουρος ότι δεν θα του το χαλάσει , τώρα στο καλό.
   Η Όλγα αισθάνθηκε κάτι ζεστό και σκληρό ανάμεσα στους γλουτούς της και αμέσως μετά ένιωσε να σκίζεται στα δυο. Έβγαλε μια μακρόσυρτη πονεμένη κραυγή και πήγε να διπλωθεί στα δυο αλλά μια ακόμα δυνατή σφαλιάρα την έφερε στη θέση της .
   Ο ταξιτζής άρχισε να μπαινοβγαίνει απο πίσω της όλο και πιο δυνατά όλο και πιο γρήγορα. Με κάθε κίνηση του ο πόνος που ένιωθε η Όλγα ήταν τοσο οξύς, τοσο ατέλειωτος και τοσο φρικτός που ένιωθε ότι θα πεθάνει, ότι κυριολεκτικά θα σκιστεί σε 2 κομμάτια. Και δεν είχε και άδικο, ένας οποιοσδήποτε γιατρός θα της έλεγε ότι χρειάζεται 4-5 ράμματα εκεί πίσω τουλάχιστον.

   Ο Θανάσης έβγαλε ένα άγριο βογγητό και εκσπερμάτωσε. Άφησε όλο το βάρος του ελεύθερο και ξάπλωσε επάνω της. Η Όλγα ένιωσε το πουλί του στον κώλο της  να μικραίνει και να ζαρώνει. Ύστερα από λίγο, σηκώθηκε από πάνω της και ανέβασε  το σώβρακο του και παντελόνι του. Η Όλγα καθόταν ακίνητη, κοιτώντας τον ουρανό.
   Αίμα άρχισε να κυλά ξανά στο κεφάλι του κυρ Θανάση, επαναφέροντας του την ‘λογική’ και μαζί με αυτή την ‘συνείδηση’ και τον φόβο. Κοίταξε ανάμεσα στα ανοιχτα πόδια της Όλγας. Οι μύροι της, ο κωλος της και όλη η γυρω περιοχή ήταν πασαλειμμένα με πολύ, κατακόκκινο  αίμα . κομματάκια χόρτα και λίγους σβόλους χώματος.
«Θεέ μου!» ψιθύρισε ο ταξιτζής και έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χεριά. Τα πόδια του άρχισαν αν τρέμουν. 
«Θεέ μου» ξαναείπε. Έτρεξε μέχρι το ταξί, Πήγε στο πίσω κάθισμα και πηρέ την τσάντα της Όλγας.
«Τι έκανα; Χριστέ μου τι έκανα;» ψιθύρισε κοιτώντας, σκυμμένος γυρω του.  Έπιασε από το πορτ παγαζ το κουτί με τα χαρτομάντιλα που είχε για όταν έκανε την ανάγκη του στο ύπαιθρο, και τα πέταξε μαζί με το μικρό τσαντάκι στην Όλγα που ακόμα καθόταν ακίνητη κοιτώντας τον ουρανό.
«Συγ…Συγνωμη…κοπελιά! Εγώ..συγν..» τραύλισε. 
Μπήκε τρέμοντας σύγκορμος μέσα στο ταξί και έφυγε σπινάροντας.






                                                     Βιασμένη





‘Λευκός πύργος Τ.Α 512’ πρόλαβε να δει προτού το ταξί εξαφανιστεί. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά έτρεμε τοσο έντονα που ήταν αδύνατο. Ξάπλωσε πάλι κάτω. Πηρέ την τσάντα της στην αγκαλιά της και την έσφιξε με όλη της την δύναμη. Ήταν το μονό καθαρό πράγμα που της είχε μείνει, και ένιωθε βρώμικη. Και πονούσε. Ο πόνος ανάμεσα στα πόδια της - ήξερε που ακριβώς ήταν αλλά δεν μπορούσε να αισθανθεί το μέρος ακριβώς,  ήταν τοσο οξύς που δεν ήταν σίγουρη αν μπορούσε να κουνηθεί χωρίς να ουρλιάξει.
«Με βίασαν, με βίασαν!» Αυτές η δυο λέξεις γυρόφερναν στο μυαλό της ασταμάτητα απομυζώντας ότι δύναμη της είχε απομείνει. 
   Πέρασαν μερικά λεπτά και ύστερα πίεσε τον εαυτό της να περίμενει λίγο ακόμα .
Πηρέ μερικές βαθιές ανάσες και επιστρατεύοντας κάθε ίχνος δύναμης που είχε μέσα της, ανασηκώθηκε και πιέζοντας άδειο της χεριά στο χώμα σηκώθηκε όρθια.
 Έκανε δυο βήματα και κόντεψε να λιποθυμήσει από τον πόνο. Δάγκωσε τα χείλι της για να μην ουρλιάξει και κοίταξε γυρω της. Σκέφτηκε τον Άκη. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον σκεπτόταν αφού χωρίστηκαν. Τον  είχε συνεχεία στο μυαλό της όσο ο ταξιτζής έκανε το κέφι του, τον είχε σκεφτεί αρκετές φόρες να έρχεται και να  παίρνει από πάνω την χοντρό γέρο που την βίαζε και να τον σαπίζει στο ξύλο η να τον βαραει μέχρι να χάσει της αισθήσεις του η και τη ζωή του ακόμα πιο καλά. Κοίταξε πιο καλά γυρω της, περιμένοντας ότι θα τον δει να έρχεται πάνω στο λευκό του άτι να την σώσει, έστω και λίγο καθυστερημένα. Και ίσως να είχε ένα μικρό προβλήματα καβαλήσει το άτι στην κατάσταση της αλλά … 
Ο ήλιος είχε αρχίσει να ανατέλλει και στα αριστερά της στο βάθος μπορούσε να διακρίνει το σπίτι της ούτε 1500 μετρά μακριά. 
 «Με βίασαν διπλά στο σπίτι μου, διπλά στο ίδιο μου το σπίτι» ψιθύρισε και άρχισε να τρέμει ακόμα πιο δυνατά.
Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι άλλο κάτι άσχετο, αλλά ήταν λες και το μυαλό της είχε κολλήσει σε μια και μοναδική λέξη. «βιασμένη» η ‘Βιασμός’ δεν μπορούσε ακριβώς να την ξεχωρίσει. 
    Με το ένα χέρι της κράτησε την μικρή άσπρη τσάντα της και με το άλλο σήκωσε την ράντα από το φόρεμα της κρύβοντας το στήθος της που κρεμόταν χυδαίο και άσχημο. Με μικρά επώδυνα βήματα, που την έκαναν να μονάζει με ζόμπι από ταινία τρόμου του Ρομερο, ξεκίνησε  μέσα από τα χωράφια για το σπίτι της.

   Ξεκλείδωσε, μπήκε μέσα και ύστερα κλείδωσε ολες τι πόρτες του σπιτιού, ασφάλισε όλα τα παράθυρα, κατέβασε όλα τα πατζούρια, και έλεγξε το συναγερμό αρκετές φόρες.
Έβγαλε τα σκισμένα και καταματωμένα ρούχα της, τα έβαλε σε μια μαύρη σακούλα και την έκρυψε κάτω από το κρεβάτι της. Γυμνή, τρέμοντας και παραπατώντας, πήγε μέχρι την μπανιέρα που είχε λουστεί μερικές ώρες πριν, τότε που ακόμα δεν ήταν ‘βιασμένη σκύλα’ και άνοιξε το ζεστό νερό. Κάθισε σε μια πολύ περίεργη στάση ώστε να μην ακουμπήσει ο κωλος της ακριβώς κάτω, και άφησε το νερό να τρέχει επάνω της. 
   Έβαλε το κεφάλι της ανάμεσα στα πόδια της και είδε το νερό να βάφεται κόκκινο. Ξέσπασε σε γοερούς λυγμούς. 
   Ύστερα από…δεν είχε ιδέα πόση ώρα, σταμάτησε να κλαίει και άρχισε να πλένεται. Αφού έτριψε με το σκληρό σφουγγάρι και όλη της την δύναμη, περίπου 10.000 φόρες όλο της το σώμα με αφρόλουτρο και μπενταντιν, πηρέ μια βρεγμένη βαμβακερή πετσέτα και άρχισε να καθαρίζει και να ξεπλένει όσο πιο ελαφριά και μαλακά μπορούσε τον ξεσκισμένο πρωκτό της. Ο πόνος της τρυπούσε τα σωθικά άλλα έπρεπε, ήταν ανάγκη να καθαρίσει εκείνο το μέρος.
Βγήκε από το μπάνιο, τύλιξε ένα καθαρό μπουρνούζι γυρω της, έβαλε ένα καθαρό εσώρουχο και μια μεγάλη σερβιέτα και πήγε μυξοκλαίγοντας στο κρεβάτι της. Ξάπλωσε μπρούμυτα και σε λιγότερο από 1 λεπτό βυθίστηκε σε ένα λήθαργο χωρίς όνειρα.
   Ξύπνησε το επόμενο απόγευμα , και για 2 δευτερόλεπτα δεν θυμόταν, αλλά με την πρώτη κίνηση που έκανε, ο πόνος ‘πίσω’ της θύμισε ακριβώς τι είχε γίνει. Τι είχε γίνει αυτή. Μια ‘βιασμένη σκύλα’. Έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί αλλά ήξερε ότι ούτε στον αιώνα τον απάντα δεν θα γινόταν κάτι τέτοιο.
   Ξανάνοιξε τα μάτια της, σύρθηκε μέχρι την άκρη του κρεβατιού, και με πολύ αργές και προσεκτικές κινήσεις σηκώθηκε. Πήγε σέρνοντας τα πόδια σε μικρά βήματα- μειώνοντας έτσι τραντάγματα και έξτρα πόνο, μέχρι το μπάνιο άλλαξε την μουσκεμένη, κατακόκκινη σερβιέτα που ειχε κολλήσει στους μυρους της και κρατήθηκε με δυσκολία για να μην βάλει ξανά τα κλάματα.
   Δεν είχε ιδέα τι ώρα ήταν. Το σπίτι ήταν θεοσκότεινο μιας που όλα ήταν κλειστά και αμπαρωμένα. Και δεν είχε κανένα σκοπό να τα ανοίξει. Πιο καλά έτσι στα σκοτεινά που μπορούσε να κρυφτεί και να ξεγελάσει έστω και λιγάκι την πραγματικότητα.
Πήγε στη κουζίνα και άρχισε να ετοιμάζει καφέ φίλτρου.
   Τι θα έκανε τώρα, τι έπρεπε να κάνει; Είχε διαγράψει απτήν πρώτη στιγμή την ιδέα της αστυνομίας. Όχι όχι, μετά θα το μάθαιναν. Δεν γινόταν να το πει σε κανέναν. Αν ένας το μάθαινε, όλοι μετά θα ήξεραν, και μα το θεό θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να αντέξει ένα βλέμμα από κάποιον που θα ήξερε ότι την είχαν βιάσει, κάποιον που θα ξερε ότι ήταν μια ‘βιασμένη σκύλα’
   Δεν ήξερε, και μάλλον δεν ήθελε να ξέρει πόσο άσχημα ήταν τα  πράγματα εκεί πίσω αλλά απέκλεισε το νοσοκομείο για τον ίδιο ακριβώς λόγο με την αστυνομία. Θα πήγαινε στο νοσοκομείο μονό αν χειροτέρευαν τα πράγματα, αν πάθαινε κάποια μόλυνση η αν…αν αυτός είχε έιτζ; Οι δυο γουλιές του καφέ που είχε κατεβάσει ανεβήκαν βιαστικές βιαστικές στον οισοφάγο της και της ξέρασε στο νεροχύτη.

   Για ώρες ολόκληρες πήγαινε με μικρά αργά βήματα γυρω γυρω στο σπίτι προσπαθώντας να σκεφτεί να βρει μια λύση, κάτι να κάνει! Κοιμήθηκε κουλουριασμένη στον καναπέ του σαλονιού, και ξύπνησε μερικές ώρες αργότερα. Άρχισε να πηγαινοέρχεται στο άδειο, σκοτεινό σπίτι ξανά. Μπορεί να πονούσε και να πονούσε πολύ με κάθε της βήμα, αλλά της ήταν αδύνατο να παραμείνει ακίνητη. Έπρεπε να βρει μια λύση. Και εντελώς ξαφνικά της ήρθε η λύση σίγουρη και λαμπερή. Ο ταξιτζή έπρεπε να πεθάνει. Ήξερε τον αριθμό του ταξί, δεν θα ήταν και τοσο δύσκολο να βρει πληροφορίες για αυτόν. 
   Φανταστικέ τον εαυτό της σαν την πρωταγωνίστρια ενός παλιού καλτ θρίλερ που είχε δει μερικά χρόνια πριν. Ήταν μια κοπέλα που την βιάζουν 4 τύποι και την παρατανε μέσα στο δασός νομίζοντας την για νεκρή. Αλλά τελικά αυτή ήταν ζωντανή και γυρίζει και τους ξεπαστρεύει ένα ένα με κάθε λογής βασανιστήρια. 
Ναι αυτή ήταν η λύση , αυτό έπρεπε να γίνει αλλά…
Το τηλέφωνο χτύπησε κάνοντας να πεταχτεί και να βγάλει μια κοφτή κραυγή.

«Ναι» απάντησε στα όρια του πανικού. Κάπου μέσα της ήταν σίγουρη ότι ήταν ο χοντρός ταξιτζής.
«Έλα κορίτσι μου» είπε μια φωνή που της φάνηκε γνωστή μεν αλλά  ο εγκέφαλος της δεν μπόρεσε να την καταχωρήσει .
«Ποιος είναι»
«Η μητέρα σου βρε Όλγα, ποιος είναι.»
«Γεια σου μαμά!» είπε κάπως ανακουφισμένη που δεν ήταν εκείνος άλλα χωρίς να θέλει καθόλου να μιλήσει στο τηλέφωνο. Έπρεπε να το είχε βγάλει από την πρίζα.
«Είσαι καλά παιδί μου, δεν ακούγεσαι καλά. Τρως;»
«Ναι μαμά, μόλις ξύπνησα» είπε η Όλγα και προσπάθησε να ακουστεί αγουροξυπνημένη.
«Α! Τι ώρα είναι εκεί; Εδω είναι μεσημεράκι.» είπε η κ.Αντωνια και η Όλγα διέκρινε στην φωνή της ένα τόνο που είχε στην φωνή της μονό όταν ήταν ενθουσιασμένη με κάτι που είχε να της ανακοινώσει. Όπως όταν την μικρή και γυρνούσε από το σχολειό που την ρωτούσε πως ήταν η μέρα της αλλά είχε τον ίδιο παιχνιδιάρικα τόνο, και θα ανακοίνωνε ύστερα από λίγο ότι είχε ετοίμασε κοτόπουλο με ξεροψημένη πέτσα και πατάτες το φούρνο που ήταν το αγαπημένο  της.
«Δεν ξέρω τώρα σηκώθηκα» είπε κοφτά η Όλγα. Δεν ήθελε να μιλήσει στο τηλέφωνο. Δεν μπορούσε. 
«Α καλά κορίτσι μου μη θυμώνεις» συνέχισε η μανά της χωρίς να χάνει καθόλου κέφι της « Λοιπόν πήρα να ανακοινώσω ότι ο πατέρας το έχει χάσε εντελώς» είπε και σταμάτησε, περιμένοντας να την ρωτήσει η κόρη της τι είχε συμβεί. Τελικά βλέποντας ότι κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν συνέχισε «Σε 2 μέρες θα επιστρέφαμε, θυμάσαι ε; Ε τι πήγε και έκανε ο αθεόφοβος…Έκλεισε εισιτήρια και ξενοδοχείο για το Μπαλί, στην Ινδονήσια, για άλλες 20 μέρες!»
Η Όλγα είχε σταματήσει να την ακούει από τη στιγμή που άρχισε να μιλά. Είχε στηρίξει το τηλέφωνο ανάμεσα στο μάγουλο και στον ώμο της και κοιτούσε το πρόσωπο της στον καθρέπτη. Με το ένα της χέρι της άγγιζε την μελάνια κάτω από το δεξί της μάτι. 2 δάχτυλα διακρίνονταν πεντακάθαρα.  
«Όλγα:! Όλγα με ακούς;»
«Ε ναι μαμά!» απάντησε περνώντας το ακουστικό ξανά στο χέρι της. Γύρισε πλάτη στον καθρέπτη.
«Λοιπόν θα έρθεις;»
«Που;»
«Τι που Όλγα; Καλά δεν με ακούς που σου μιλαω τόση ώρα.; Στο Μπαλί . Θα σου βγάλει εισιτήριο ο πατέρας σου , ένα λεπτό δουλεία εάν…»
«Όχι όχι μαμά δεν θα ρθω»
«Γιατί παιδί μου, ωραία θα είναι ήλιος θάλασσες…»
«Μαμά είχε και εδω ήλιο και θάλασσες;» είπε ανήσυχα η Όλγα. Ήθελε να κλείσει το τηλέφωνο εκείνη την στιγμή. Μονό που μιλούσε με την μανά της αγχωνόταν. Νόμιζε ότι αν μιλούσαν λίγο ακόμα θα καταλάβαινε τι της είχε συμβεί, η απλά θα της τα έλεγε όλα. Κάτι μέσα της την έσπρωχνε σε αυτή την απόφαση. Κάτι τις έλεγε ότι μπορεί τελικά η λύση να ήταν αυτή. Να ανοίξει το στόμα της και να τα πει όλα στην μαμά της, όπως όταν ήταν μικρή και της συνέβαινε κάτι κακό.
«Τι να σου πω πάντως…ΤΩΡΑ ΒΡΕ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΡΧΟΜΑΙ, με το παιδί μιλαω» γκάριξε η μανά της μέσα από το τηλέφωνο. «Έλα κορίτσι μου, ο πατέρας σου περιμένει στο αμάξι να πάμε στη παραλία στο… ΜΑΚΑΡΑΝΤΙ;  Την είπαμε Παναγιώτη;» ξαναγκαριξε η μανά της, κανονοντας την Όλγα να θέλει να ουρλιάξει από τα νευρά της.
«Μαμά! ΜΑΜΑ! Καλά  να περάσετε  πρέπει να σε κλείσω, χτυπαει το κινητό μου.»
«Εντάξει κορίτσι μου. Λοιπόν θα σε πάρουμε από το Μπαλί, αχ Θεούλη μου Μπαλί, δεν το πιστεύω ούτε που το λέω. Σίγουρα δεν θες να έρθεις κορίτσι μου;»
«Μαμά!» μούγκρισε η Όλγα.
«Εντάξει, εντάξει! Λοιπόν να τρως ε; Τα φιλία από τον πατερά σου έχεις ,αχ πρέπει να τον δει, μαύρος σαν τον γύφτο έχει γίνει.»
«Γεια σου μαμά!»
«Να τρως καλά  έτσι; Και να μην βγαίνεις αργά μόνη σου…»
Η Όλγα έκλεισε το τηλέφωνο.
‘Να μην βγαίνεις μονή σου αργά’ επανέλαβε η Όλγα μειδιαζοντας στον καθρέπτη. Τι άλλο θα μπορούσε να  της συμβεί. Είχε εξαντλήσει σε ένα βραδύ το όριο γκαντεμιάς .θα την βίαζαν για δεύτερη φορά; Αυτό θα ήταν η επιτομή της ‘καλής τύχης’ !


   Πέρασαν 15 μέρες από την μέρα που της ανακοινώσε η μητέρα της ότι θα πήγαιναν στο Μπαλί και ακόμα δεν είχε ξεμυτίσει από το σπίτι. Με τους 2 μοναδικούς ανθρώπους που είχε επικοινωνήσει  ήταν μια εταιρία που έκανε στατιστικές, και με την μητέρα της στην οποία έκλεινε το τηλέφωνο γρήγορα προβάλλοντας μια ψεύτικη χαζή δικαιολογία κάθε φορά.
   Έκανε μπάνιο 5-6 φόρες την ημέρα και έτρωγε μια φορά τις δυο μέρες κάτι ελάχιστο που ξεπάγωνε από την κατάψυξη η μια φρυγανιά με μέλι η κάτι τέτοιο. Εκτός του ότι δεν είχε καμία όρεξη να φάει οτιδήποτε, την πρώτη φορά που πήγε στην τουαλέτα, 2 μέρες μετά το συμβάν(πλέον έτσι είχε ονομάσει τον βιασμό, η λέξη μονό έκανε το στομάχι της άνω κάτω και την ιδία να βγάζει σπαστικά άοσμα ρεψίματα) ενεργήθηκε ξεφωνίζοντας και κλαίγοντας από τον πόνο. Από τότε είχε πάει άλλες 3 εξίσου σχεδόν επώδυνες φόρες. Συνολικά 4 φόρες σε 15 μέρες , και πολλές ήταν σε σχέση με αυτά που έτρωγε. Σε αυτές τις μέρες είχε καταφέρει να χάσει τα 6 κιλά που πολεμούσε να χάσει ένα χρόνο. Ο Στειθαμ θα ήταν πανευτυχής αν την έβλεπε.
   Ήθελε να βγει από το σπίτι, ένιωθε ότι θα τρελαθεί εκεί μέσα, αλλά φοβόταν, φοβόταν τοσο που πολλές φόρες πήγαινε στο ματάκι της εξώπορτας και στις χαραμάδες από τα πατζούρια, κοιτώντας για κάποιο χοντρό καραφλό ταξιτζή.
    Αλλά πέραν αυτών, πριν βγει από το σπίτι, έπρεπε να καταστρώσει ακριβώς το σχέδιο της λύσης, να βρει την λύση στη λύση, δεν ήξερε ούτε η ιδία τι ακριβώς έψαχνε αλλά πλησιάζει, μπορούσε να το καταβάλει αυτό ναι!
    Κάθε μέρα έφτιαχνε όλο και πιο τρελά  σχέδια για το πώς θα εκδικούταν τον χοντρό που την είχε κάνει ‘βιασμένη σκύλα’ , κάθε μέρα τα σχεδία γίνονταν πιο αγρία, πιο βίαια  και πιο παρανοϊκά, ένιωθε ότι ένας αόρατος ορός ήταν συνδεδεμένος στο κορμί της με εκείνο το μαύρο δηλητήριο, την μαγική της δύναμη που ξετρύπωνε σιγά σιγά από το μέρος που είχε λουφάξει και την πότιζε σταγόνα σταγόνα κάθε μέρα όλο και περισσότερο. Την δυνάμωνε, την έκανε να μην χρειάζεται να φάει, και να κάνει όλο και πιο όμορφα σχέδια.  Κάθε μέρα που ξυπνούσε αισθανόταν πιο ισχυρή, πιο ενισχυμένη κατά κάποιο τρόπο, αλλά υπήρχε και μια στιγμή της ημέρας που αισθανόταν ξανά τιποτένια και μικρή και πληγωμένη και ΒΙΑΣΜΕΝΗ. Ήταν όταν σε κάποιο από τα μπάνια που έκανε  την ημέρα-συνήθως το ανέβαλε μέχρι το τελευταίο, έπεφτε στο πάτωμα της μπανιέρας στα τέσσερα και με το ένα χέρι της στα τυφλά έριχνε μπεντανιν εκεί πίσω. Τις  πρώτες μέρες την έπιαναν τοσο δυνατοί λυγμοί από την ντροπή και την κατάντια που αισθανόταν που της ήταν αδύνατον να βρει τον ‘στόχο’ της. Αλλά ήξερε ότι αφού δεν είχε πάει στο νοσοκομείο, αυτό ήταν το ελάχιστο μπορούσε να κάνει για να μην πάθει κάποια μόλυνση η οτιδήποτε.

   Αλλά επίσης κάθε μέρα που περνούσε, όσο και αν ευχαριστιόταν να σκεφτεται πως θα βασάνιζε και θα σκότωνε τον ταξιτζή, τοσο πιο πολύ συνειδητοποιούσε ότι όσο από αυτό το μαύρο και αν είχε μέσα της, μέχρι και να έσκαζε σαν νεροφουσκα από αυτό, αν έβλεπε μπροστά της τη μορφή του, θα παρέλυε και πιθανότατα να του έδινε μια ακόμα ευκαιρία για να την κάνει ‘διπλά βιασμένη σκύλα’
Έτσι κατάληξε, αποφάσισε και έπεισε με μεγάλη δυσκολία τον εαυτό της ότι η λύση δεν ήταν ο ταξιτζής αλλά ο Άκης. Ναι ο Άκης.  Αν αυτός την είχε πάρει σπίτι του εκείνη την νύχτα, τότε τίποτα δεν θα είχε συμβεί. Αυτός έφταιγε αν το καλοσκεφτο…όχι όχι δεν μπορούσε να ξέρει…Ναι αλλά έφταιγε…
Αλλά όπως και να είχε, ο Άκης ήταν το κλειδί , η λύση στο γρίφο.

   Στις 11 Αύγουστου, 2 μέρες πρώτου επιστέψουν οι γονείς της, σηκώθηκε από το κρεβάτι και όλη η λύση όλα τα σχεδία όλα μα όλα ήταν στο κεφάλι της έτοιμα και ξεκάθαρα. Σαν να τα είχε ονειρευτεί σχεδόν, σαν εκείνο το βασιλιά του βυζάντιου  που είχε δει το σταυρό και το εν τούτω νίκα. Ναι κάτι σαν αυτό.
   Για να αλλάξουν όλα, για να ξαναγίνουν ‘όχι λάθος’ τα πράγματα, για να σβηστεί εκείνο το συμβάν, έπρεπε να γίνει ότι δεν είχε συμβεί εκείνο το βραδύ. Έπρεπε να κάνει σεξ με τον Άκη. Αυτό θα τα έκανε όλα σωστά, ο Άκης θα διέγραφε το ‘βιασμένη σκύλα’ και θα την έκανε ‘η Όλγα που τελικά έκανε σεξ με τον κούκλο του σχολειού της’ . Η λύση όλο αυτό τον καιρό ήταν μπροστά της απλά δεν την έβλεπε. Πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα αν του είχε πει εκείνη να έρθει σπίτι της, αλλά γαμωτο αυτός έπρεπε να το είχε κάνει ,αυτός έφταιγε…αλλά τώρα πια τίποτα από αυτά δεν είχε σημασία.
Φόρτισε το κινητό της, που δεν είχε χρησιμοποιήσει ολες αυτές τις μέρες, το άνοιξε και άρχισε να πληκτρολογεί.

«Γεια σου Άκη. Ξέρεις ολες αυτές τι μέρες σκεφτομουν τι θα μπορούσε να είχε συμβεί εκείνο το βραδύ. Και ήταν λάθος που δεν έγινε…Θέλω να το διορθώσω όμως. Θέλεις να έρθεις απ ατό σπίτι μου; ;-) »

Η ειλικρινά ήταν πάντα ο σωστός τρόπος. Εντάξει δεν θα του έλεγε για το συμβάν, αλλά κατά τ'αλλα ήταν ειλικρινέστατη.
Η απάντηση ήρθε σε λιγότερο από ένα λεπτό.
«Όλγα γεια. Βασικά είμαι μόνος. Δεν θες να έρθεις εσύ;»

«Σε μια ώρα περίπου θα είμαι εκεί. Φιλία» απάντησε και πέταξε το κινητό στο κρεβάτι. Έβγαλε τα ρούχα της και έτρεξε στο δωμάτιο. Ύστερα ξαναγύρισε στο δωμάτιο της. Όχι, αν ήθελε να ξαναγίνει η Όλγα και όχι η ‘βιασμένη σκύλα’ έπρεπε να γίνουν όλα σωστά.
Διάλεξε ένα γαλάζιο τιραντακι και ένα κοντό τζιν σορτσάκι και τα έβαλε στο κρεβάτι. Ίσως να ήταν ακόμα πιο καλά, να φορούσε εκείνα τα ρούχα που είχε στη σακούλα κάτω από το κρεβάτι αλλά πέραν του ότι ήταν σκισμένα και μέσα στα αίματα, είχε ανακαλύψει πριν μέρες ότι της ήταν αδύνατο καν να αγγίξει τη σακούλα.
Έβγαλε από το συρτάρι της το αγαπημένο μαύρο σουτιέν της εκείνο που έκανε το πληθωρικό της στήθος να μοιάζει σαν την διαφήμιση του wonderbra και τέλος έβγαλε για από κάτω ένα κολλητό μαύρο σορτσάκι.
Μπήκε στο πειρασμό να φορέσει ένα στρινγκ αλλά το απέκλεισε γρήγορα. Παρότι ο κωλος της ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση δεν ήθελε να ρισκάρει με κάτι που θα τριβόταν εκεί.
Μπήκε στο μπάνιο, ξυρίστηκε παντού και τρίφτηκε καλά, έπειτα βγήκε κοιτάχτηκε στον καθρέπτη και για πρώτη φορά στη ζωή της δε έβαλε κατευθείαν το μπουρνούζι.
Είχε απόλυτο δίκιο τελικά ο Στειθαμ για εκείνα τα 6 κιλά. Το σώμα της έδειχνε αρκετά καλό και το στήθος τη πιο στητό κατά κάποιο τρόπο. Λεπτά πόδια, μεγάλο στήθος, λεπτή μέση,(λίγο μεγάλος κωλος αλλά αυτό το προβλέπουμε) , λίγο τα μαγούλα της είχαν βαθουλωθεί,  αλλά εντάξει ούτος η άλλος το πρόσωπο ποτέ δεν ήταν το δυνατό της σημείο.
    Ντύθηκε, χτένισε τα μαλλιά της και έκανε μια όμορφη φράντζα στα αριστερά. Πάντα στα αριστερά, για καλή τύχη. Έψαξε για αρκετή ώρα στις ντουλάπες της και τελικά βρήκε αυτό που έψαχνε. Μια μεγάλη πάνινη τσάντα με κοντά λουριά που είχε αγοράσει στη πενταμερή του λυκείου. Αυτή ήταν ότι έπρεπε. Πήγε στην κουζίνα και πηρέ το μεγάλο μακρύ μαχαίρι για το κρέας. Δοκίμασε στο δάχτυλο της την κόψη του, και ναι έκοβε διαολεμένα καλά, φίλησε την λάμα του, έσφιξε την λαβή του και το έχωσε στην τσάντα της. Δεν έβγαλε όμως το χέρι της από μέσα. Ποτέ δεν θα ήταν απροετοίμαστη, ποτέ ξανά.

   Άνοιξε το φως της εξώπορτα και κοίταξε έξω από το ματάκι. Έσφιξε και ξέσφιξε την λαβή της στο μαχαίρι μέσα στην τσάντα της και με το άλλο χέρι της ξεκλείδωσε την πόρτα. Βγήκε σιγά σιγά και προσεκτικά έξω και αφού κοίταξε παντού στην αυλή, χωρίς να γυρίσει προς την πόρτα ξανακλειδωσε.

   Είχε αρχίσει να νυχτώνει, και ο δροσερός καλοκαιρινός αέρας σχεδόν την ζάλισε. Μετά από 20 μέρες σε ένα γεμάτο μπαγιάτικο αέρα, θεοσκότεινο σπίτι που είχε αρχίσει να πιστεύει ότι είναι στοιχειωμένο…από την ιδία, θα έλεγε κάνεις ότι ήταν φυσικό.
   Έφτασε 20 λεπτά αργότερα έξω από το σπίτι του Άκη. Στη διαδρομή κάθε φορά πού περνούσε ένα ταξί, έσκυβε και κρυβόταν πίσω από αμαξια η κάδους απορριμμάτων κάνοντας τους περαστικούς να τις ρίχνουν περίεργες ματιές.
   Στο ασανσέρ έφτιαξε λίγο τα μαλλιά της έστρωσε το μπούστο της και προσπάθησε να πάρει την πιο σέξι έκφραση της. Τα βαθουλωμένα μαγούλα της και οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της κατά ένα  περίεργο τρόπο το έκαναν πολύ εύκολο.
   Η πόρτα του Άκη άνοιξε. Φορούσε μονό μπλε μποξερακι με τον Τουιτι και οι κοιλιακοί του διαγράφονταν υπέροχοι. Τα μαλλιά του ήταν πιασμένα σε ψηλή κοτσίδα , ήταν ιδρωμένος και πανέμορφος.

«Γεια σου Όλγα!»
«Γεια σου Άκη» και χωρίς να χάνει λεπτό, πολύς χρόνος είχε χαθεί χωρίς λόγο άλλωστε, κόλλησε επάνω του και άρχισε να τον φιλαει. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά η Όλγα ήταν χωρίς μπλούζα και αυτός εντελώς γυμνός. 
   Το όργανο του Άκη σε αντίθεση με του ταξιτζή ήταν μικρό και άτριχο αλλά εξίσου σηκωμένο και σκληρό. Έμοιαζε λιγάκι με αυτές τι κεραιουλες από τα καινούργια αμαξια σκέφτηκε η Όλγα καθώς το έβαζε στο στόμα της και έπνιξε ένα γελάκι.
«Όλγα…» είπε ο Άκης και βολεύτηκε πιο πίσω στον καναπέ.
Παρόλο που η Όλγα είχε κάνει κάτι τέτοιο μια ακόμα φορά μονό, μάλλον είχε κάτι σαν έμφυτο ταλέντο, μιας και ο Άκης τρανταζόταν και έτρεμε από ευχαρίστηση.
«Όλγα! Μπράβο!» είπε και ύστερα «Σ’αρέσει;»
«Μμμ μμμ» 
«Σ’αρέσει ο πουτσος μου ε;» 
«Μμμ μμμ» είπε ξανά η Όλγα. Δεν της άρεσε και τοσο, και μύριζε λίγο περίεργα αλλά δεν ήθελε να του το χαλάσει. Όχι τώρα που επιτέλους έφτιαχναν όλα. Επιτέλους γινόταν ξανά η ‘Όλγα’ . ‘Βιασμένη σκύλα’ αντίο…
«Είχες δίκιο, ναι…» 
«Σ’αρέσει το καυλι μου ε;»
«Ειδές τι έχασες…»
Ο Άκης μιλούσε πλέον ασταμάτητα.
«Μμμ μμμ» Δεν μπορεί να καταλάβει ότι δεν είμαι ακριβώς σε θέση να ανοίξω συζήτηση  σκέφτηκε λιγάκι εκνευρισμένη η Όλγα.
«Ειδές τι έχασες καυλιάρα μου, ειδές τι πουστο έχασες εκείνο το βραδύ. Εσύ φταις. Ναι δικό σου φταίξιμο ήταν που δεν με κάλεσες… Ειδές τι πουτσο…»

 Πολλές κοπέλες είχαν πει στον Άκη ότι είναι σπαστικό να μιλεί επάνω στο σεξ, μάλιστα είχε φάει και δυο σφαλιάρες. Επίσης τρεις η τέσσερις κοπέλες τα είχαν μαζέψει και είχαν φύγει. Ποτέ όμως ο Άκης δεν είχε φανταστεί ότι αυτή του η συνηθεια η βίτσιο αν θες , θα μπορούσε να του κοστίσει κάτι παραπάνω από μια σφαλιάρα η από ένα βραδύ χωρίς σεξ.

«Φταίω; ΦΤΑΙΩ;» ούρλιαξε η Όλγα κρατώντας το πουλί του με το ένα χέρι της. 
Ο Άκης γούρλωσε τα μάτια του από την έκπληξη και τράβηξε την μέση του προς τα πίσω ενστικτωδώς για να ελευθερώσει το μόριο του από την σφιχτή λαβή της.
«Εσύ φταις, εσύ φταις για όλα παλιομαλακα. ΕΣΥ!» φώναξε ακόμα πιο δυνατά και τράβηξε πιο δυνατά το πέος του Άκη, λες και προσπαθούσε να το ξεριζώσει. Ύστερα έβγαλε ένα σχεδόν ‘μη ανθρώπινο’ βαθύ γρύλισμα και όρμισε ανάμεσα στα πόδια του.
   Έκλεισε τα δόντια της γυρω από τον ένα ορχη του, και τράβηξε με όλη της την δύναμη το σώμα της προς τα πίσω. Ένιωσε ότι παραλίγο να της ξεριζωθούν τα μπροστινά δόντια αλλά  χαμογέλασε με ένα αστραφτερό όλα ικανοποίηση κοκκινο χαμόγελο, φτύνοντας την ματωμένη μικρή μπάλα στην παλάμη της.
    Για ένα δυο δευτερόλεπτα ο Άκης δεν έκανε τίποτα , ύστερα έπεσε κάτω από τον καναπέ στο πάτωμα και άρχισε να ταρακουνιέται σαν να είχε πάθει επιληπτική κρίση. Το πρόσωπο του ήταν μια μάσκα αγωνιάς και φρίκης και το στόμα του ορθάνοικτο. Κανονικά θα έπρεπε να ουρλιάζει και να ακούγεται μέχρι το κέντρο της Θεσσαλονίκης αλλά το μονό που έβγαινε από το στόμα του ήταν ένας σιγανός υπόκωφος συριγμός σαν αυτό που κάνουν τα πονεμένα σκυλιά.
   Η Όλγα σκούπισε τα χεριά της και το στόμα της στον καναπέ, έχωσε το ματωμένο τρόπαιο της στη τσέπη του τζιν της και σηκώθηκε! κοιτάχτηκε στον καθρέπτη του χωλ, σκούπισε το πρόσωπο της καλά καλά ,φόρεσε το σουτιέν της και την μπλούζα της και χωρίς να ρίξει ούτε μια μάτια στον διπλωμένο στα δυο μονορχη πλέον Άκη, άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το διαμέρισμα..

   Πυροτεχνήματα μαύρου υγρού έσκαζαν στο κεφάλι της. Ένιωθε υπέροχα, θαυμάσια, θεϊκά! Ένιωθε ελεύθερη. Δεν ήταν πια η ‘βιασμένη σκύλα’ δεν ήταν καν η Όλγα , δεν είχε ιδέα ποια ήταν αλλά ήταν θεϊκά! Αυτή ήταν μια θεά, μια ελεύθερη θεά. Και τώρα ήξερε ολες τις λύσεις, είχε ολες τις απαντήσεις στο κεφάλι της. Και ήξερε ποιο ήθελε να είναι το πρώτο κερασάκι στη τούρτα της. Ω ναι ήξερε πολύ καλά.

   Σήκωσε το χέρι της και το αμάξι σταμάτησε μπροστά της. Ένας σαραντάρης με γκρι μαλλιά και γενιά ήταν ο οδηγός. Το ταξί βρωμούσε τσιγαριλα.
«Καλησπέρα σας» είπε η Όλγα και εντυπωσιάστηκε με την άνεση της. 
«Που να σε πάω κοπελιά;»
«Ξέρετε ένα βενζινάδικο πριν από το τέρμα των λεωφορείων;»
«Ναι αλλά έχει κλείσει νομίζω»
«Το ξέρω» είπε η Όλγα και ζούληξε το στήθος της ανάμεσα στα μπράτσα της. Πήγε λίγο πιο μπροστά στο κάθισμα και μέσα από τον καθρέπτη έριξε ένα βλέμμα στον ταξιτζή όλο υποσχέσεις, του όποιου κόντεψε να του πέσει το σαγόνι. «Το ξέρω» επανέλαβε. 
«Εεε, εντάξει!» είπε αυτός και ξεκίνησε μάλλον πιο βιαστικά από ότι ξεκινούσε τις άλλες κούρσες του.

   Η Όλγα βολεύτηκε στο κάθισμα της . Έβαλε το χέρι της μέσα στην τσάντα της , χάιδεψε απαλά την μεταλλική κόψη και ύστερα γράπωσε σφιχτά την λαβή του μαχαιριού. Κοίταξε έξω και χαμογέλασε.





Και τελικά όταν τον δεις, αν είσαι από τους τυχερούς που την σκαπουλάρουν με μια δαγκωνιά στα καπούλια, ανακαλύπτεις κάτι που δεν σου έχει πει ως τότε κάνεις.  Είναι πιο ωραίο τελικά, έχει πιο πολύ πλακά να είσαι εσύ ο λύκος παρά ο αμνός.







                                              ΤΕΛΟΣ 
   



**Καταρχήν ευχαριστώ πάρα πολύ που το διαβάσατε. Δεύτερον να με συγχωρείτε για ότι ορθογραφικά και συντακτικά λάθη- γραμματική is a bitch, αν ήσουν τούβλο στο σχολείο. Και τέλος θα μου έδινε πολλή δύναμη να συνεχίσω να γράφω και να δημοσιεύω αν αξιολογούσατε την ιστορία (πάνω) ή αν αφήνατε σχόλια(κάτω κάτω) ή κάνατε like /share ( πάνω πάνω). 

                                                                                                       Κώστας Γαβράς