Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

3 μέρες - Μέρος 1ο








Let me please introduce myself,
I'm a man of wealth and taste.
                                   
                                        Rolling stones









                                                                     ΠΕΜΠΤΗ




  
«Αλέξη. Ξύπνα» ψιθύρισε η Βίκυ στο αυτί του. Με το ένα της χέρι τον σκουντούσε απαλά στον ώμο και με το άλλο του μάλαζε βίαια το πέος.
Άνοιξε τα μάτια του αργά και χασμουρήθηκε. Το κεφάλι του πονούσε διαολεμένα. Αισθανόταν τη γλώσσα του κολλημένη σαν ξερό ψάρι στον ουρανίσκο του. Το είχε παρακάνει χθες με το ουίσκι. Ξανά.
«Ω ξύπνησε», είπε η Βίκυ ειρωνικά και συνέχιζε να τρίβει το μαλακό πέος του.
«Πφφφ», ξεφύσιξε και πετάχτηκε με χάρη από το κρεβάτι. Την παρατήρησε καθώς έβγαινε ολόγυμνη από το δωμάτιο. Τα πυκνά κάστανα μαλλιά της έφταναν σχεδόν μέχρι τον μικρό πεταχτό καλοσχηματισμένο κώλο της. Τα σφριγηλά στήθη της με τις ροζ ερεθισμένες ρωγίτσες κουνιόντουσαν παιχνιδιάρικα με κάθε βήμα της. Θέαμα που θα έκανε τους περισσότερους άντρες να πανικοβάλλονται που έφευγε από την κρεβατοκάμαρα. Ο Αλέξης έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης και έκλεισε ξανά τα μάτια του. Η ανακούφιση δεν κράτησε πολύ. Την στιγμή που τον ξαναέπαιρνε ο ύπνος, η Βίκυ πήδηξε στο κρεβάτι και σύρθηκε πάνω του. Το απαλό ζεστό κορμί της τον ερέθισε λιγάκι. Ίσως σήμερα κατάφερνε να υποκριθεί ότι στο κρεβάτι μαζί του ήταν κάποια άλλη. Ίσως να μην χρειαζόταν να πάρει δυο-τρία χάπια για να εκτελέσει τα συζυγικά του χρέη.
«Έλα κάνε αααα», είπε αυτή και έβαλε το χέρι της στο στόμα του, προσπαθώντας να σπρώξει κάτι μέσα.
Ο Αλέξης άνοιξε απότομα τα μάτια του και ανακάθισε. Πήρε την παλάμη της στο χέρι του και την άνοιξε. Μέσα είχε δυο μπλε χάπια. Την κοίταξε έκπληκτος
«Τι με κοιτάς έτσι; Νομίζεις ότι δεν το είχα καταλάβει; Πλάκα μου κάνεις Αλεξάκη. Κάθε φορά που είναι να το κάνουμε τρέχεις στην τουαλέτα και ακούω το πλαστικό του πλυντηρίου- τη μυστική σου κρυψώνα πονηρέ και μετά από ακριβώς σαράντα λεπτά σου κάνει κούκου. Επειδή είμαι μοντέλο δεν είμαι και ηλίθια. Επίσης αν ποτέ γίνει καμία στραβή, ξέρεις ότι θα σε χώσουν μέσα για τα καλά ε; Πόσα γραμμάρια έχεις μαζί με τα χάπια; Τριακόσια-τετρακόσια;»
«Κάπου εκεί», απάντησε ο Αλέξης εμβρόντητος. «Καλά και δεν σε πειράζει;» συνέχισε.
«Η κόκα ή τα βιάγγρα; Γιατί για την κόκα χέστηκα εσένα θα βάλουν μέσα. Όσο για τα χάπια, μωρό μου τα αισθήματα είναι αμοιβαία», είπε και γύρισε την παλάμη της αφήνοντας τα χάπια να πέσουν στην δίκη του. Τέλειωνε τώρα όμως γιατί στις δέκα έχω φωτογράφιση και ξέρεις ότι δεν μπορώ να πάω εκνευρισμένη, φαίνεται άσχημα στο φακό»
Ο Αλέξης κατέβασε τα δύο χάπια με μια γουλιά νερό. Άφησε το ποτήρι ξανά στο κομοδίνο και άνοιξε το συρτάρι που ήταν από κάτω. Έβγαλε το φιαλίδιο του και ρούφηξε από μέσα χωρίς καν να μπει στον κόπο να απλώσει τη σκόνη. Κατευθείαν από την πηγή κυρίες και κύριοι.

   Γύρισε στη Βίκυ που του χαμογελούσε σαρδόνια.
«Χμμ έχουμε δηλαδή  σαράντα λεπτά μέχρι να ξυπνήσει ο μεγάλος εραστής», είπε και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι.. Σηκώθηκε όρθια και κάθισε με ανοιχτά τα πόδια επάνω ακριβώς από το κεφάλι του.Ο Αλέξης άρχισε να την γλείφει και έτσι από το πουθενά όπως πάντα του ήρθε η ανάγκη για τον πρώτο ιερό μονόλογο της ημέρας.
Κινητό, κλειδιά, λεφτά, τσιγάρα σκέφτηκε και κοίταξε πίσω από το λεπτό μπούτι της Βίκυς στο κομοδίνο. Τα πράγματα του ήταν εκεί στην σειρά και όμορφα. Μάτια κλειστά, μάτια...μάτια κλειστά. Θερμοσίφωνας κλειστός. Έφερε στο μυαλό του την ηλεκτρική κουζίνα με τα μάτια σβηστά και τον ηλεκτρολογικό πίνακα. Εντάξει το είχε κάνει σωστά. Η πρώτη φορά της ημέρας ήταν και η πιο εύκολη σχεδόν πάντα σκέφτηκε καθώς προσπαθούσε να μαζέψει σάλιο στο ξερό στόμα του. Η Βίκυ από πάνω του είχε άρχισε να βογκάει απαλά και να κουνάει την μέση της μπρός πίσω. Το μισούσε το αποστειρωμένο μουνί της. Ήταν τόσο τέλειο, άτριχο-με λέιζερ φυσικά, και άοσμο. Στα τέσσερα χρόνια γάμου τους ποτέ μα ποτέ δεν είχε μυρίσει την ελάχιστη μυρωδιά δεν είχε δει ποτέ την ελάχιστη ατέλεια. Πολλές φόρες είχε πιάσει τον εαυτό του να εύχεται να μύριζε έστω και άσχημα. Ήταν σαν να γλείφει πλαστική κούκλα.Σε κάτι τέτοιες περίεργες καταστάσεις πάντα συνειδητοποιούσε ότι του έλειπε η Άννα. Δεν πρόλαβε καν να σκεφτεί το όνομα της και ξανάρχισε
Κινητό, κλειδιά, λεφτά, τσιγάρα, μάτια κλειστά, θερμοσίφωνας κλειστός ψιθύρισε ενώ συνέχιζε να γλείφει.
Η Βίκυ λες και τον άκουσε, ίσως δηλαδή και να τον άκουσε , πίεσε το κορμί της ακόμα πιο δυνατά στο στόμα του και άρχισε να πηγαίνει μπρος πίσω ακόμα πιο γρήγορα.
«Δεν ξέρω τι κάνεις, άλλο δεν το κάνεις καλά σήμερα. Αδύνατο να τελειώσω», φώναξε ξαφνικά μετά από λίγο και κατέβηκε από πάνω του. Ο Αλέξης πήρε μια βαθιά ανάσα, εισπνέοντας επιτέλους ελευθέρα.
«Αλέξη αν δεν τελειώσω, θα είμαι τσιτωμένη και θα φαίνεται στο φακό, και θα φταις εσύ. Χριστέ μου τι έχεις πάθει σήμερα». Του φώναξε σηκώνοντας τα χέρι της ψηλά με μια έκφραση απόγνωσης.
Αυτός την κοιτούσε χωρίς να μιλάει. Η αλήθεια ήταν ότι δεν του καιγόταν καρφάκι αν ήταν τσιτωμένη σήμερα, αύριο ή για πάντα.
«Ω τι έχουμε εδώ, πέρασαν κιόλας σαράντα λεπτά;», είπε και έπιασε το πέος του, που τώρα στεκόταν όρθιο και πρησμένο. Το έβαλε στο μικρό στόμα της και όσο για να το υγράνει.
«Πηδά με». Τον διέταξε και στήθηκε στα τέσσερα.
Ο Αλέξης πήγε από πίσω της και πριν μπει μέσα της κοίταξε τον τέλειο σαν αχλάδι κώλο της, την κυρτωμένη αψεγάδιαστη πλάτη της και τα γυμνωμένα λεύκα μπούτια της. Του άρεσε να την πηδάει έτσι χωρίς να την κοιτάζει. Μπήκε στον στενό κόλπο της με δύναμη, θέλοντας να την πονέσει σχεδόν. Αυτή βόγκηξε δυνατά ευχαριστημένη.
«Ξέρω ότι σου αρέσει να με πηδάς έτσι. Χωρίς να σκέφτεσαι ότι είμαι εγώ. Ποια σκέφτεσαι όμως Αλέξη;» Του είπε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της λες και είχε διαβάσει τις σκέψεις του.
Ήταν γεγονός ότι ο γάμος του τα τρία τελευταία χρόνια είχε γίνει ένα σόου ειρωνείας, κυνισμού και αδιαφορίας άλλο σήμερα είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Το γιατί δεν χώριζαν ήταν ένας λόγος άγνωστος στο σύμπαν. Εντάξει αυτός δεν θα την χώριζε για τον ίδιο λόγο που την παντρεύτηκε. Ήθελε δίπλα του την τέλεια γυναίκα, εμφανισιακά πάντα. Ήθελε την γυναίκα που όλοι θα ζήλευαν, όλοι θα κοιτούσαν και όλοι θα τον χτυπούσαν στον ώμο χαμογελώντας, κουνώντας το κεφάλι με ένα πονηρό χαμόγελο επιβεβαίωσης «Εισ' ωραίος, ξέρεις εσύ τι διάλεξες». Ήθελε αυτή τη γυναίκα, την είχε και θα την κρατούσε με όποια θυσία και αν χρειαζόταν να κάνει. Και είχε κάνει. Και έκανε. Αυτή όμως γιατί; Δεν ήταν τόσο ωραίος, ήταν ωραίος, αλλά όχι όσο αυτή. Ήταν πετυχημένος. Αλλά ήταν και αυτή. Κάποιος μπορεί να σκεφτόταν ότι τον παντρεύτηκε επειδή αυτός ήταν διάσημος φωτογράφος, αυτή μοντέλο κλπ κλπ αλλά όχι αυτή ήταν ήδη γνωστή όταν παντρεύτηκαν. Εντάξει αυτός 'τη βοήθησε' να κάνει το όνομα που είχε τώρα αλλά και πάλι θα μπορούσε να τον χωρίσει πλέον. Όσο για το αν ήταν από έρωτα... Αν τον είχε ερωτευτεί ποτέ, αυτό δεν είχε κρατήσει για πάνω από τέσσερις-πέντε μήνες. Ο δικός του για ακόμα λιγότερο.
«Τελειώνω!» φώναξε η Βίκυ αγκομαχώντας, βγάζοντας τον από τις σκέψεις του. Άρχισε να σπρώχνει ακόμα πιο γρήγορα δίνοντας της ελαφριά μπατσάκια. Ελαφριά. Αν της έκανε καμία μελάνια μπορεί κυριολεκτικά να τον σκότωνε.
«Αλέξη τελειώνω», ούρλιαξε και άρχισε να τρέμει ολόκληρη. Ο Αλέξης πίεσε τον εαυτό του να τελειώσει και τελείωσαν μαζί, αυτή βογκώντας άγρια και Αλέξης μορφάζοντας σχεδόν βαριεστημένα.
Όσο η Βίκυ έπαιρνε βαθιές λαχανιασμένες αναπνοές, αυτός παρατηρούσε λίγο αηδιασμένος το σπέρμα του να ρέει από τα οπίσθια της στο πάπλωμα.
«Πάλι καλά!» είπε και του έριξε ένα αστραφτερό χαμόγελο. Έπιασε το κινητό της και σηκώθηκε βιαστικά από το κρεβάτι. Ο Αλέξης χύθηκε στο κρεβάτι με το πέος ακόμα ορθωμένος όπως θα ήταν και για τα επόμενα είκοσι λεπτά τουλάχιστον.

   Τρία τέταρτα αργότερα άκουσε την εξώπορτα να κλείνει. Ρούφηξε μια γραμμή αυτή την φορά απλωμένη στο κινητό του και σπασμένη σωστά με μια πιστωτική κάρτα. Είπε τον ιερό μονόλογο μια φορά ακόμα χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και σηκώθηκε από το κρεβάτι να φτιάξει καφέ.
Δεν ήταν ότι η Βίκυ έκανε κακό σεξ. Όχι έκανε-κάναν αρκετά καλό σεξ. Όσο της άρεσε να τελειώνει άλλο τόσο της άρεσε να βλέπει τον Αλέξη να τελειώνει. Είχε περάσει ώρες ατελείωτες γλύφοντας τον. Όχι η διαφορά τους με την Άννα ήταν ότι την Άννα την δεν την ένοιαζε να το ευχαριστηθεί η ιδία της, ή ο Αλέξης, δηλαδή την ένοιαζε, αλλά κυρίως την ένοιαζε να το ευχαριστηθούν μαζί! Αυτή ήταν μια έννοια που αδυνατούσε να κατανοήσει η Βίκυ.
Μέχρι που κάποια στιγμή είχε προσπαθήσει να της το εξηγήσει
«Χύνω εγώ, χύνεις εσύ. Ποιο είναι το πρόβλημά σου;» του είχε απαντήσει ξερά.
Άναψε τσιγάρο και έφερε την αχνιστή κούπα καφέ κάτω από μύτη του απολαμβάνοντας την πλούσια μυρωδιά του εσπρέσο. Αναλογίστηκε το πρόγραμμά του. Δεν είχε να κάνει σχεδόν τίποτα σήμερα εκτός φυσικά από το μεσημεριανό με όλο το κρού του Hugo Boss. Τον άγχωνε λιγάκι. Εντάξει παραπάνω από λιγάκι. Πρώτη φορά θα φωτογράφιζε για ένα τόσο μεγάλο οίκο. Άλλο Diesel, άλλο Fornarina και άλλο Hugo φίλε μου.
«Κινητό, κλειδιά, λεφτά, τσιγάρα, μάτια κλειστά, θερμοσίφωνας, θερμοσίφωνας κλειστός.» Δύσκολες μέρες θα ακολουθούσαν. Πάντα όταν αγχωνόταν το ΥΨΔ του έφευγε εκτός ελέγχου. Ρούφηξε λίγο καφέ ακόμα και σηκώθηκε να δει τι θα φορέσει για το μεσημέρι.






                                                                            *






    Έφτασε στο 'Victoria' στις δυο και μισή. Μισή ώρα αργοπορημένος. Όπως πάντα. Δεν ήταν ότι ήθελε να αργεί αλλά όταν περνάς δέκα λεπτά στην πόρτα λέγοντας ξανά και ξανά τον ιερό μονόλογο, κοιτώντας τον κατεβασμένο διακόπτη του θερμοσίφωνα προσπαθώντας να πείσεις τον εγκέφαλο σου ότι τα μάτια σου λένε αλήθεια ότι ναι, αφού ο διακόπτης είναι κατεβασμένος ο γαμημένος θερμοσίφωνας  ήταν όντως κλειστός και αλλά είκοσι λεπτά στο αμάξι βλέποντας ξανά και ξανά τα τσιγάρα σου και τα κλείδα σου και το κινητό σου αυτά παθαίνεις.

 Ρούφηξε μια γερή μυτιά στο ασανσέρ του ξενοδοχείου και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη για τυχόν υπολείμματα στην μύτη του. Πήρε το επαγγελματικό του ύφος και βγήκε. Το 'Εστραγκόν' ήταν στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου και ήταν το μοναδικό αξιοπρεπές βετζετέριαν εστιατόριο σε όλη τη Θεσσαλονίκη. Η θέα ήταν υπέροχη. Το φαγητό όχι και τόσο. Ο ίδιος του ήταν φανατικός κρεατοφάγος αλλά τα περισσότερα άτομα του κύκλου του ήταν χορτοφάγοι. Σκατά στα μούτρα τους. Οι περισσότεροι δήλωναν χορτοφάγοι έτσι επειδή ήταν μόδα, ήταν τρεντ. Και ο ίδιος ο Αλέξης είχε φυσικά προσπαθήσει να γίνει ένας από αυτούς. Δεν άντεξε ούτε μια εβδομάδα. Αν δεν ήταν ο υπερμέγιστος φωτόγραφερ Αλέξης Χανός, θα τον κοιτούσαν με αηδία τα μοντέλα και οι μόδιστροι και γενικά όλοι. Αλλά τώρα το αντιμετώπιζαν σαν την ανεξήγητη ιδιοτροπία του, που επιτρεπόταν να έχει σαν καλλιτέχνης. Είχε γίνει 'his thing' όπως πάντα έλεγε η κ.Βάνα. Αυτό και η σκοτεινή αισθητική των φωτογραφιών του.

Μπήκε στο πολυτελές εστιατόριο που ήταν σχεδόν γεμάτο με όλη την αφρόκρεμα της Θεσσαλονίκης. Διάσημοι δικηγόροι, πλαστικοί χειρούργοι, τηλεπερσόνες και άλλες επιφανείς παρουσίες. Άνθρωποι και χαρακτήρες που δεν είχε φανταστεί πριν από λίγα χρόνια ότι υπήρχαν πέρα από τις ταινίες. Και φυσικά όλοι τους γαμημένοι χορτοφάγοι.

Από πολύ μακριά ξεχώρισε την κ.Βάνα. Όχι την ιδία αλλά το καπέλο της. Σήμερα φορούσε ένα τεράστιο μοβ πράγμα στο κεφάλι της και από κάτω ριχτάρια και πανιά σαν ιθαγενής από την Αφρική ή κάτι τέτοιο. Αυτό ήταν 'her thing'. Όλοι τους είχαν ένα 'thing'. Αν δεν είχες δεν ήσουν διάσημος. Τέλος. Τον είδε και αυτή και του έκανε νόημα να έρθει στο τραπέζι γρήγορα, παίζοντας το θυμωμένη.

«Σας παρουσιάζω τον Αλέξη Χανό, κυρίες και κύριοι», είπε με άπταιστα αγγλικά στα άτομα που καθόντουσαν στο τραπέζι. Αυτοί χαιρέτισαν με εγκάρδια χαμογέλα, κουνήματα του κεφαλιού και μικρές υποκλίσεις αναγνώρισης. Εκείνη του έδωσε ένα υγρό φιλί στο μάγουλο.
Χαιρέτισε και κάθισε δίπλα στην κ.Βάνα. Σκούπισε το μάγουλο του διακριτικά. Στο τραπέζι καθόντουσαν επτά άτομα. Δυο μακιγιέρ που τους ήξερε, ένας ακόμα άγνωστος , που κρίνοντας από το άψογο καρέ του ήταν ο hair stylist και τέσσερα μοντέλα, δυο άντρες και δυο γυναίκες που τους ήξερε πολύ καλά. Και κόντεψε να του πέσει το σαγόνι όταν κατάλαβε ότι το ένα από τα δυο μοντέλα ήταν η Mia Seals. Ναι η γαμημένη Mia Seals καθόταν στο ίδιο τραπέζι με αυτόν. Ήταν πιο εντυπωσιακή- αν ήταν δυνατόν  κάτι τέτοιο, από κοντά . Τα κατάξανθα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε μια κοτσίδα στο πλάι. Το πρόσωπό της ήταν λες και είχε ζωντανό φίλτρο photoshop. Ήταν πανέμορφη και ο Αλέξης απλά δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Αυτή το κατάλαβε και του έσκασε ένα γοητευτικό διακριτικό χαμόγελο. Κινητό, κλειδιά...,άρχισε να σκέφτεται...
                          
 «Θα πάρετε κάτι κύριε;» διέκοψε τον ιερό μονόλογο του ο σερβιτόρος και ο Αλέξης τον διολόστειλε από μέσα του.
«Ένα μπέργκερ λαχανικών με πικάντικο γουακαμόλε», είπε ο Αλέξης ξεφυσώντας. «Ίσως και να είναι το μοναδικό πράγμα που τρώγεται εδώ μέσα», ψιθύρισε αρκετά δυνατά μόλις έφυγε ο σερβιτόρος.
Τα άτομα στο τραπέζι του, τον κοίταξαν χωρίς να καταλαβαίνουν τι λέει και η κ.Βάνα δεν έχασε ευκαιρία.
«Ο Αλέξης τρώει κρέας», δήλωσε στα αγγλικά κοιτώντας τον Αλέξη δήθεν απογοητευμένη. Οι υπόλοιποι τον κοίταξαν, άλλοι γουρλώνοντας τα μάτια και άλλοι χαμογελώντας
«Τι να κάνεις; Καλλιτέχνες», συνέχισε η κ.Βάνα σηκώνοντας τα ισχνά της χέρια ψηλά, κάνοντας τα βραχιόλια της να κροταλίζουν. Όλοι γέλασαν κοιτώντας τον Αλέξη, με εκείνο το κατανοητικό βλέμμα που έλεγε ότι εντάξει, μπορεί ένας καλλιτέχνης του μεγέθους του να έχει και ένα κουσούρι. Αυτός απόλαυσε τα δευτερόλεπτα, που όλη η προσοχή ήταν στραμμένη επάνω του. Ζούσε για κάτι τέτοιες στιγμές.

  Το γεύμα κυλούσε πολύ καλύτερα από ότι είχε φανταστεί. Όλοι τους, αν και Γερμανοί μιλούσαν άψογα αγγλικά και ήταν τρομερά συνεργάσιμοι και ευχάριστοι. Ειδικά η Μία, παρόλο που ήταν ένα από τα πιο πολυσυζητημένα και ακριβοπληρωμένα μοντέλα φέτος, ήταν ευγενική, εύστροφη και ανεξήγητα σχεδόν, συνεργάσιμη. Τους είπε ότι η πρώτη φωτογράφιση θα γινόταν μερικές ώρες έξω από την Θεσσαλονίκη, στους πρόποδες του Ολύμπου, οπού για να φτάσουν στο μέρος που ήθελε,θα χρειαζόταν σε κάποιες φάσεις να σκαρφαλώσουν σαν τα κατσίκια και η δεύτερη, αφού θα είχε βραδιάσει, σε μια φάρμα έξω από την πόλη. Αυτοί απλά συμφώνησαν χωρίς να φέρουν την παραμικρή αντίρρηση. Να με πάρει ο διάολος σκέφτηκε, αν ήταν όλα τα μοντέλα έτσι, η δουλειά του θα ήταν σκέτη ευλογία.

«Στον Όλυμπο, αχ darling τι ωραία ιδέα. Εξαίσια. Ποιο καλύτερο μέρος για να φωτογραφίσεις τέτοιες θεές και θεούς βεβαίως» Είπε η κ.Βάνα με στόμφο κοιτώντας τα μοντέλα.
«Είστε πολύ ευγενική, κυρία Βάνα» είπε η Μία χαμογελώντας ντροπαλά.
«Αγάπη μου, έχω πολλές αρετές αλλά η ευγένεια, δεν είναι μια από αυτές σε διαβεβαιώ» είπε η Βάνα και το εννοούσε.

 Ο Αλέξης γνώριζε την κ.Βάνα τέσσερα χρόνια τώρα, και δεν μπορούσε να συμφωνήσει περισσότερο. Ουκ ολίγα μοντέλα, μόδιστροι, μακιγιέρ και φωτογράφοι είχαν βγει από το γραφείο της με μάτια κατακόκκινα και πρησμένα.
  Αλλά η κ.Βάνα μπορούσε να προσβάλει και να λέει ό,τι θέλει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Δεν ήταν και λίγο να είσαι ο ιδιοκτήτης του μοναδικού ελληνικού περιοδικού μόδας και lifestyle που εκδιδόταν πέρα από την Ελλάδα, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και προσεχώς-ειδικά αν η φωτογράφηση αυτή πήγαινε όπως ήθελαν-και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
  Ο Αλέξης έτρεφε μια απεριόριστη εκτίμηση και σεβασμό στο πρόσωπο της. Ήταν αυτή που τον είχε ανακαλύψει σε μια εποχή που πίστευε ότι αν έκανε ακόμα μια φωτογράφιση για βαφτίσια, μπορεί να έπνιγε το γαμημένο μωρό στην κολυμπήθρα για να το κάνει να σταματήσει να ουρλιάζει. Μια εποχή που παραδόξως σκεπτόταν με νοσταλγία μερικές νηφάλιες ή υπερβολικά μεθυσμένες στιγμές. Εκείνες τις στιγμές κυρίως του έλειπαν η Άννα και ο Σταμάτης.
  Πέραν όμως της εκτίμησης και του σεβασμού, έτρεφε μια πολύ καλά κρυμμένη αντιπάθεια και σιχαμάρα. Το πρώτο για πολλούς και διάφορους λογούς και το δεύτερο κυρίως για τα αηδιαστικά υγρά φίλια που είχε το συνήθειο να του δίνει. Η κ.Βάνα ήταν μια γυναίκα απροσδιορίστου ηλικίας, σίγουρα όμως πάνω από εκατόν πενήντα χρόνων. Το πρόσωπό της ήταν σαν κακοκαιρισμένης μούμιας. Άσχημο και στεγνό. Το έντονα βαμμένο δέρμα της, λεπτό σαν περγαμηνή. Το χειρότερο όμως ήταν τα ρυτιδιασμένα ζαρωμένα χείλη της με τις πολλαπλές ξεραμένες στρώσεις κραγιόν. Όταν τον φιλούσε γλιστρούσε και την κρύα μαλακή γλώσσα της στο μάγουλο του κάνοντας τον να θέλει να ξεράσει ή να ουρλιάξει από τα νεύρα του.

   Όσο περνούσε η ώρα η Μία γινόταν όλο και περισσότερο θερμή απέναντι του. Και γελούσε με ό,τι έλεγε σχεδόν. Το γέλιο της ήταν αβίαστο, δυνατό και κελαριστό σαν γάργαρο νερό. Ο Αλέξης μισόφαγε το μπέργκερ του και έσπρωξε το πιάτο του επιδεκτικά. Κάτι που έκανε ξανά όλους στο τραπέζι να τον κοιτάξουν χαμογελώντας με κατανόηση.
«Με συγχωρείτε, επιστέφω αμέσως», είπε και σηκώθηκε. Έστρωσε το σακάκι του και με αργά αεράτα βήματα, κατευθύνθηκε προς τις τουαλέτες. Ήξερε ότι αρκετοί από το τραπέζι και όχι μόνο, τον κοιτούσαν. Είχε κλέψει τις εντυπώσεις για ακόμα μια φορά. Αν και τον τελευταίο καιρό γινόταν όλο και πιο εύκολο.
   Πάντα έχει γοητευτικό χαρακτήρα, απλά όσο πιο διάσημος γινόταν, τόσο πιο εύκολο του ήταν. Δεν του άρεσε πολύ αυτό. Του άρεσε το παιχνίδι, του άρεσε η πρόκληση. Ο Αλέξης ήξερε πως να σαγηνέψει να αγκιστρώσει και να κρατήσει το 'θύμα' του, άντρα ή γυναίκα. Ήταν κάτι που έκανε από μικρός. Το σχέδιο ήταν απλό και ίσχυε για κάθε ηλικία, περίσταση και φύλο.
  Πρώτα από όλα πρέπει να χτίσεις ένα υπόβαθρο, ένα παρασκήνιο. Αληθινό ή μη. Πάντα προτιμώντας το αληθινό. Στα επτά σου μετράει ναι έχεις όλη τη συλλογή από τις τάπες, ή τηλεκατευθυνόμενο με βενζίνη, στα είκοσι να έχεις διαβάσει ό,τι είχε γράψει ο Μπουκόφσκι. Μέχρι και τα ανέκδοτα ποιήματα του και στα τριάντα δύο, να είσαι ένας από του πιο επιτυχημένους Έλληνες φωτογράφους. Οτιδήποτε σε κάνει να ξεχωρίζεις από τη μάζα. Το δεύτερο βήμα είναι αυτές οι πληροφορίες να μαθευτούν, αλλά όχι από σένα. Κάνεις δεν γουστάρει ένα ψώνιο. Κάτι που επίσης ισχύει σε οποιαδήποτε ηλικία. Άρα φροντίζεις με οποιονδήποτε τρόπο να μαθευτούν αυτά που θες. Ο πιο εύκολος τρόπος διάδοσης, καλοθελητές: κοινωνικοί σχολιαστές, κοινώς κουτσομπόληδες που τους πείθεις ότι αυτό που θα τους πεις δεν το ξέρει κάνεις εκτός από αυτούς. Η συγκεκριμένη παστά ανθρώπων παθαίνει παροξυσμό κουτσομπολιού με το που ακούν τη μαγική φράση «Το ξέρεις μόνο εσύ». Μάλλον πηγαίνει αντίθετα με τον ακρογωνιαίο λίθο τις ύπαρξης τους.
    Αφού χτίσεις το background, είσαι έτοιμος για να γίνεις γνωστός, ποθητός και διάσημος. Διαλέγεις άτομα που είναι ψηλά στην τροφική αλυσίδα και τους πλησιάζεις. Το background σε βοηθά σ'αυτό. Κάνεις τον άλλο να αισθάνεται όμορφα, με κομπλιμέντα, δώρα και τέτοια. Και αφού εσύ με το background σου είσαι κάποιος, αυτά έχουν σημασία. Ω ναι άλλο να σου πει ο δεν-με-ξέρει-ούτε-η-μάνα-μου Βαγγέλης ότι τα τακούνια σου κολακεύουν το πόδι σου και άλλο να στο πει ο Αλέξης Χανός.
   Από εδώ και πέρα τα πράγματα είναι παιχνιδάκι. Τώρα απλά μένει να κρατήσεις τον άλλο. Και αυτό το κάνεις εξαιρετικά εύκολα. Δεν του δίνεις όσα θέλει και ζητά. Ψυχολογικά, σωματικά, υλικά. Του τα δίνεις που και που. Εκεί που έχει απελπιστεί και πιστεύει ότι σε έχασε, του πετάς ένα, 'φίλε μου κάνεις τον καλύτερο καφέ που έχω πιει' ή κάτι ανάλογο και -ΝΑΙ- τον έχεις να σε προσκυνεί σα θεό ξανά.

  Βυθισμένος στις σκέψεις του, μπήκε στις υπερπολυτελείς τουαλέτες . Μύριζαν αποστείρωση και καθαριότητα και μέσα γινόταν το πανδαιμόνιο. Το κλασσικό 'φεστιβάλ βουλωμένης μύτης'.
 Χώθηκε σε μια άδεια τουαλέτα και κατέβασε το φερμουάρ του. Όση ώρα ουρούσε σκεπτόταν ευχαριστημένος την τεράστια πιθανότητα που υπήρχε να πηδήξει την Μία. Δεν τον εξίταρε τόσο η ομορφιά της, αλλά το ποιά ήταν. Το πόσο διάσημη ήταν. Και φυσικά το πόσο γρήγορα θα μαθευόταν. Ω ναι ο Αλέξης Χανός θα πρόσθετε ένα ακόμα διαμάντι στην συλλογή του και τι διαμάντι, το Κάλιναν το ίδιο. Έκλεισε το παντελόνι του και έβγαλε το κινητό του από την τσέπη. «Κινητό, κλειδιά λεφτά, τσιγάρα, μάτια κλειστά, θερμοσίφωνας κλειστός», είπε πολύ γρήγορα και εύκολα. Ευχαριστημένος με τον εαυτό του άπλωσε τρεις παχιές γραμμές στην οθόνη και τις ρούφηξε με θόρυβο, την μια μετά την άλλη, μπαίνοντας έτσι δυναμικά στο φεστιβάλ. Από μια άλλη τουαλέτα ακούστηκε να γελάκι που συνοδεύτηκε από το κλασικό πνιχτό βήχα της κόκας.
 Βγήκε από την τουαλέτα και χαιρέτησε του δυο κύριους που έπλεναν τα χέρια τους. Ο ένας ήταν ο Σωτηρίου- μεγαλογιατρός, τον άλλο δεν τον ήξερε. Έπλυνε σχολαστικά τα χέρια του αρκετές φορές και βγήκε από την τουαλέτα. «Είσαι πολύ τυχερός Αλέξανδρε που το ΥΨΔ σου περιορίζεται μόνο λεκτικά. Οι περισσότεροι από του ασθενείς πλένουν έως και 50 φόρες τα χέρια τους ή αναβοσβήνουν άλλες τόσες φόρες τις λάμπες πριν φύγουν από το σπίτι τους» θυμήθηκε τον γιατρό του να λέει. Τυχερός από την μια μεριά. Μπορεί να μην ανοιγόκλεινε τα φώτα, αλλά υπήρχαν φόρες που είχε κάτσει και μια ολόκληρη ώρα μπροστά στην πόρτα λέγοντας τον ιερό μονόλογο.

  Επέστρεψε στο τραπέζι έχοντας μια αίσθηση ότι από λεπτό σε λεπτό θα πετάξει. Αισθανόταν διαολεμένα ωραία, αυτή η τελευταία φουρνιά κόκας που είχε αγοράσει ήταν σκέτος δυναμίτης, γι' αυτό είχε πάρει και σχεδόν μισό κιλό.
  Λες και έλειπε δέκα ώρες, με το που κάθισε στο τραπέζι άρχισαν όλοι τους να τον πυροβολάνε με ερωτήσεις. Ο στυλίστας ήθελε να ξέρει πόσα πράγματα θα μπορούσαν να κουβαλήσουν, οι μακιγιέρ ήθελαν να μάθουν μέχρι που θα μπορούσαν να πάνε τα βανάκια με τα καμαρίνια, τα μοντέλα αν θα έχει πολύ κρύο, ήταν λες και τους είχε τσιμπήσει μύγα. Τους καθησύχασε ότι όλα θα πήγαιναν καλά και ότι το συνεργείο από το περιοδικό θα βοηθούσε στα πάντα. Φυσικά και θα βοηθούσε στα πάντα.
  Η φωτογράφηση ήταν μεν για την ανοιξιάτικη κολεξιόν της Boss αλλά η συμφωνία ήταν ότι το égérie  θα εξέδιδε την φωτογράφιση την ιδία μέρα με την Boss και η Βάνα είχε σκοπό να επιστρατεύσει ακόμα και τις αλλοδαπές καθαρίστριες προκειμένου να πάνε όλα καλά.

  Όση ώρα ο Αλέξης μιλούσε είχε την αίσθηση ότι κάποιος τον κοιτάζει. Ένιωθε ανεξήγητα πολύ την ματιά κάποιου επάνω του. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τριγύρω. Το γκαρσόνι τον κοιτούσε και μόλις έπεσε το βλέμμα επάνω του, έσπευσε να έρθει  στο τραπέζι..Ο Αλέξης του έκανε νόημα με το χέρι ότι δεν ήθελε αυτόν. Επίσης 2 κοπέλες στο μπαρ του εστιατορίου ήταν καρφωμένες πάνω του αλλά ούτε αυτό ήταν. Η αίσθηση γινόταν ακόμα πιο έντονη και αγχωτική με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, ήταν σαν να τον φώναζε κάποιος, χωρίς όμως να ακούει καμία φωνή. Άρχισε να ιδρώνει, η καρδιά του άρχισε να βροντοχτυπά στο στήθος του. Και τότε την είδε.
 Στεκόταν όρθια σχεδόν δίπλα στην είσοδο και τον κοιτούσε. Η ομορφιά της του έκοψε την ανάσα. Δεν είχε καμία σχέση με την ομορφιά των μοντέλων. Δεν είχε καμία σχέση γενικά με ό,τι είχε δει στη ζωή του. Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα και μακριά, το λευκό δέρμα της ήταν λες και είχε βγει από ποίημα του μεσαίωνα. Αλλά το πιο εντυπωσιακό ήταν τα μάτια της. Ήταν τεράστια , σχιστά και μαύρα, όχι απλά μαύρα, σκέφτηκε ο Αλέξης, δεν είχαν απλά μαύρο χρώμα ή κορακίσιο ή κατάμαυρο. Είχαν το μαύρο του κενού σκέφτηκε και ανατρίχιασε ανεπαίσθητα.
  Φορούσε ένα κοστούμι που θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει από εκκεντρικό μέχρι πρόστυχο. Μαύρο σακάκι με ένα τεράστιο άνοιγμα μέσα από το οποίο δέσποζαν δυο στήθη. Η πρώτη σκέψη του Αλέξη είναι ότι θα έδινε τα πάντα για να βουτήξει ανάμεσα τους. Και από κάτω μια φούστα τόσο κοντή που άφηνε σχεδόν ακάλυπτο όλο το μεγαλείο τον καλλίγραμμων ατελείωτων ποδιών της. Όλη την εικόνα συμπλήρωνε ένα υπέροχο ζευγάρι γοβάκια με τεράστιο τακούνι στο οποίο φαινόταν ο ιδιόκτητης να ισορροπεί σαν να φορά αθλητικά.
 Ο Αλέξης ξεροκάταπιε και συνέχισε να την κοιτά. Την έβλεπε σίγουρα πρώτη φόρα. Δεν ξεχνάς τέτοια παρουσία ούτε στο τελευταίο στάδιο του αλτσχάιμερ. Αυτή έμοιαζε όμως να τον κοιτά σαν να τον ήξερε. Και επιπλέον είχε το χέρι της σηκωμένο και τον χαιρετούσε, αν και κάπως περίεργα. Στα δάχτυλα της ξεχώριζε ένα ασημένιο δαχτυλίδι παράδοξα μεγάλο για τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλα της.

«Αλέξη darling. Αλέξη» άκουσε μια φωνή από το υπερπέραν. Γύρισε αργά το κεφάλι του. «Αλέξη, είσαι εδώ;» Μπροστά του κοιτούσε την κ.Βάνα που είχε απλωμένα τα χέρια της κάνοντάς την να μοιάζει τρομακτικά πολύ με ζόμπι.
«Ναι, ναι εδώ είμαι», είπε ο Αλέξης και ήπιε μια γουλιά νερό. Γύρισε το κεφάλι του προς την είσοδο, αλλά εκείνη δεν ήταν πλέον εκεί.
«Λέω darling, φεύγω. Καλή επιτυχία αύριο, αν και δεν την χρειάζεσαι», του είπε την τελευταία φράση στα ελληνικά έχοντας τα χέρια της ακόμα στον αέρα. Ο Αλέξης έκανε πέτρα την καρδιά του και πήγε προς το μέρος της.
«Αυτή είναι γυναίκα», του ψιθύρισε στο αυτί και έγνεψε προς το μέρος της Μία. Πριν απαντήσει οτιδήποτε ο Αλέξης, του έδωσε ένα γλιτσερό φιλί στο μάγουλο και σηκώθηκε.

«Καλό απόγευμα σε όλους», είπε στο τραπέζι. Έχωσε ένα χαρτονόμισμα που φάνηκε πράσινο, στην τσέπη του πουκαμίσου του νεαρού σερβιτόρου και έφυγε με τα πανιά που φορούσε για ρούχα να ανεμίζουν πίσω της .

Αυτή είναι γυναίκα; Τι σκατά εννοούσε, ξανά η γριά κάργια σκέφτηκε ο Αλέξης, τρίβοντας γέρα το μάγουλό του με μια χαρτοπετσέτα. Αυτή είναι γυναίκα. Ένιωσε να ανεβάζει πίεση από τα νεύρα του και το χέρι του άρχισε να τρέμει ανεξέλεγκτα.
Με τεράστια προσπάθεια βρήκε την αυτοκυριαρχία του τόσο όσο να χαιρετίσει ευγενικά το γερμανικό κρου και την Μία και να φτάσει στο αμάξι του.
«Τι σκατά εννοούσε η καριόλα ότι αυτή είναι γυναίκα. Η Βίκυ ήταν αυτή, η Βίκυ ήταν αυτή που ήταν Η γυναίκα.»
Έβγαλε το φιαλίδιο από το σακάκι και προσπάθησε να απλώσει μια γραμμή στο κινητό του. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει τον καβάλο του παντελονιού να φαίνεται σαν να είχε φάει απρόσεκτα κουραμπιέδες. Το τρέμουλο του έχει γίνει εντελώς ανεξέλεγκτο και το γυάλινο μπουκαλάκι έφυγε από το χέρι του. Έπεσε στο πατάκι αφήνοντας ένα μικρό άσπρο σύννεφο.
«Α γαμήσου. Α ΓΑΜΗΣΟΥ» ούρλιαξε ο Αλέξης και άρχισε να χτυπά τα χέρια του στο τιμόνι.«Αυτή είναι γυναίκα! Α ΓΑΜΗΣΟΥ, ΠΑΛΙΟΠΟΥΤΑΝΑ» συνέχισε να γκαρίζει μέσα στο αμάξι.

   Αυτή είναι γυναίκα. Αυτή ήταν η φράση που είχε σηματοδοτήσει το τέλος μιας εποχής στη ζωή του Αλέξη. Μιας εποχής που ο ακόμα πίστευε ότι δεν υπάρχει ένα μέρος στην κόλαση που περιμένει αυτόν και μόνο αυτόν.
Αυτή ήταν η φράση που είχε κάνει τον Αλέξη να αποφασίσει να κάνει ένα από τα πιο επίπονα πράγματα στη ζωή του. Να χωρίσει την Άννα.




                                                                                

                                                                    *







    Ένα εικοσάλεπτο αργότερα βρισκόταν στην άκρη του λιμανιού σε μια εξέδρα απομακρυσμένη από τον υπόλοιπο ντόκο. Εδώ ερχόταν κάθε φόρα που ήθελε να καθαρίσει το κεφάλι του ή απλά να κάτσει μονός του. Την είχαν ανακαλύψει στο γυμνάσιο με τον Σταμάτη, σε μια από τις αποστολές εύρεσης 'καβάτζας' που κάνανε πολύ συχνά τότε. Έβγαιναν στην Θεσσαλονίκη και την όργωναν κυριολεκτικά ψάχνοντας μέρη που θα μπορούσαν να καπνίσουν χόρτο με ασφάλεια ανάλογα με την περιοχή που θα ήταν το βραδινό τους στέκι.
 Έβαλε το μπουκάλι Wild turkey παραμάσχαλα, σήκωσε τα μπατζάκια και κάθισε στο παλιό θαλασσοδαρμένο ξύλο. Πέρασε ένα μισάωρο λέγοντας τον μονόλογο, αλλά δεν τον πείραξε, ήξερε ότι θα του συμβεί. Έλεγε τον μονόλογο και μόνο που σκεφτόταν το όνομα της, τώρα δεν θα συνέβαινε;
«Θερμοσίφωνας κλειστός, μάτια κλειστά» έφτυσε τις λέξεις αποκαμωμένος. Το είχε κάνει σωστά επιτέλους. Άνοιξε το μπουκάλι και ήπιε μια γερή γουλιά. Η γεμάτη γεύση του μπέρμπον του έκαψε ευχάριστα το λαρύγγι. Άναψε ένα τσιγάρο, κοίταξε τη θάλασσα και χάθηκε στις σκέψεις του.





  Είχε γνωρίσει την Άννα οκτώ χρόνια πριν, το καλοκαίρι του 2006. Ήταν το τελευταίο τους καλοκαίρι σαν φοιτητές και με τον Σταμάτη είχαν βάλει στόχο, συγκεκριμένα όχι απλά είχαν βάλει στόχο, είχαν υποσχεθεί ο ένας στον άλλο , είχαν δώσει και χέρια για αυτό, να περάσουν ένα καλοκαίρι που θα το θυμόντουσαν για όλη τους τη ζωή. Και το είχαν καταφέρει.
Αν εξαιρούσες δηλαδή τις στιγμές που ήταν αναίσθητοι ή ημιλιπόθυμοι από το αλκοόλ.
   Είχαν γεμίσει το πορτμπαγκάζ του αρχαίου Nissan του Αλέξη με κονσέρβες, ρετσίνες, σπιτικό ούζο - μια ευγενική χορηγία του κ.Παντελή και τις σκηνές τους και είχαν ξεκινήσει από την Θεσσαλονίκη με σκοπό ως το τέλος το καλοκαιριού να φτάσουν στην Κρήτη. Κατάφεραν μέχρι τις αρχές Αυγούστου να φτάσουν στην Ελαφόνησο, λίγο κάτω από την Πελοπόννησο. Όπου και σταμάτησαν. Πώς γινόταν και να μην σταματήσουν.
  Η ιδέα να πάρουν το καραβάκι και να πάνε στην Ελαφόνησο είχε συλληφθεί μέσα σε μια απίστευτη στιγμή μαστούρας την προηγούμενη νύχτα καθώς κοιτούσαν από το λιμανάκι της Μονεμβασιάς, τα φώτα του νησιού απέναντί τους. Τους φαινόταν μαγικό το νησάκι εκείνη την στιγμή. Την επόμενη μέρα πήραν το καραβάκι και ούτε δέκα  λεπτά αργότερα ήταν εκεί. Η απογοήτευση ήταν τεράστια. Ο μέσος όρος των κατοίκων αλλά και των τουριστών ήταν τρεις δεκαετίες πάνω από το επιθυμητό.
    Αποφάσισαν να πιουν ένα καφέ σε ένα μικρό πέτρινο καφενείο μιας που το επόμενο καραβάκι έφευγε τέσσερις ώρες μετά. Ο Αλέξης άρχισε να τραβάει φωτογραφίες 2 γατιά που λιαζόντουσαν, με την παλιά ψηφιακή Cannon του και ο Σταμάτης κοιτούσε το υπερπέραν κατεβάζοντας τόνους νερό, σε μια προσπάθεια να συνέλθει από την κραιπάλη της προηγούμενης νύχτας.
«Αυτές οι γάτες νεαρέ, είναι διάσημες», είπε ένας παππούς που καθόταν παραδίπλα και έπινε καφέ μοναχός του.
«Αλήθεια;», είπε ο Σταμάτης ,«Πώς έτσι;»
«Να δες εκεί», είπε και του έδειξε με το ζαρωμένο σκληρό δάχτυλο του, στην απέναντι μεριά του δρόμου ένα σταντ με καρτ ποστάλ.
«Πλάκα μου κάνεις, είπε και εστίασε σε μια φωτογραφία με δυο γάτες που κάθονταν πλάι πλάι σε ένα περβάζι. Κοίταξε ξανά τις γάτες και ξανά το καρτ ποστάλ. Είχε δει αυτό το καρτ ποστάλ τουλάχιστον 1000 φόρες εκείνο το καλοκαίρι.
«Κοίτα να δεις ρε φίλε», μουρμούρισε και σηκώθηκε.«Σταμάτης κύριε» είπε και άπλωσε το χέρι του στον ηλικιωμένο.
«Δημήτρης γιε μου», απάντησε ο ηλικιωμένος και έσφιξαν τα χέρια
«Και από εκεί είναι ο Αλέξης», έδειξε με το χέρι του ο Σταμάτης, έναν Αλέξη που του έριξε ένα θανατηφόρο βλέμμα και χαιρέτισε ψιθυρίζοντας ένα ‘χάρηκα πολύ’. Δεν ήταν ότι έχει πρόβλημα με τον ηλικιωμένο απλά δεν του άρεσε να μιλά με οποιονδήποτε ξένο βρισκόταν μπροστά του. Αυτό ήταν μια κακιά συνήθεια του Σταμάτη που τον εκνεύριζε αφόρητα. Δεν ήταν ότι απλά μιλούσε με τους πάντες,είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία σε οποιονδήποτε περίεργο. Περίεργο για τα δεδομένα του Αλέξη. Ανά καιρούς και καταστάσεις είχε πιάσει την κουβέντα, όχι απλά κουβέντα, κανονικό διάλογο με άστεγους, ηρωινομανείς, ανάπηρους σε πεζοδρόμια, ζητιάνους σε φανάρια, και άλλους πολλούς. Ούτε δυο μέρες πριν είχαν περάσει ένα τρίωρο ντάλα μεσημέρι με ένα γυφτάκι σε ένα παγκάκι. Ο Σταμάτης του είχε αγοράσει σάντουιτς και κόκα κόλα και του είχε πιάσει το κουβεντολόι συζητώντας ένας θεός ξέρει τι. Ο Αλέξης είχε κάτσει στο παραδίπλα παγκάκι βράζοντας από τον θυμό του.

  Ούτε ένα τέταρτο αργότερα ο Σταμάτης παρήγγειλε τσίπουρα και μεζέ, ο Αλέξης αρνήθηκε να συμμετάσχει όσο πιο ευγενικά γινόταν. Κάτι που μετάνιωσε μετά από λίγα λεπτά. Για τον Σταμάτη και τον πατέρα του τον κύριο Παντελή τα ‘τσιπουρακια και ο μεζές’ ήταν κάτι σχεδόν ιερό. Η βάση για μια καλή φιλία, το γιατρικό για κάθε  πρόβλημα που σε απασχολούσε. Γιατί άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Σταμάτης πήγαινε και έπινε με τον πατέρα του Αλέξη τσίπουρα στον μπάρμπα Τέλη.. Ο μυρωδάτος καπνιστός τσίρος έκανε το στομάχι του να γουργουρίσει αγωνιωδώς και όταν στη δεύτερη γύρα το γκαρσόν τους έφερε γαύρο μαρινάτο, που σχεδόν μπορούσες να μυρίσεις πόσο υπέροχα αλμυρός ήταν, ο Αλέξης κυριολεκτικά σκούπισε ένα σάλιο με την ανάστροφη της παλάμης του. Αλλά ο κόσμος να χαλούσε δεν θα πήγαινε, ήταν θέμα εγωισμού. Και εκτός αυτού θα ήταν σαν  να έδινε την ευλογία του, το πράσινο φως για μελλοντικές συζητήσεις με τον κοινωνικό πάτο.

   Μια ατελείωτη ώρα αργότερα ο Σταμάτης επέστρεψε στο τραπέζι. Ήξερε ότι ο Αλέξης είχε εκνευριστεί αλλά ποτέ δεν το συζητούσαν και πάντα ξεχνιόταν στα επόμενα 30-40 δευτερόλεπτα.
«Ι bring news my lord», είπε ο Σταμάτης και έκανε μια βαθιά γελοία υπόκλιση.
«Για πες», είπε ο Αλέξης που ήδη είχε ξεχάσει τον θυμό του.
«Ο μπάρμπα Μήτσος με ενημέρωσε ότι στην άλλη άκρη του νησιού έχει κάμπινγκ»
«Θα είναι κλεισμένο από τα ΚΑΠΗ, αν κρίνω», είπε ο Αλέξης και έδειξε γύρω του.
«Σιωπή, ανόητε» είπε με βασιλικό στόμφο ο Σταμάτης διακόπτοντάς τον. «Θρέψου» συνέχισε και του πέταξε ένα μεγαλούτσικο φιλέτο γαύρου. Ο Αλέξης το έπιασε στον αέρα και έσκασε στα γέλια. Το κατάπιε αμάσητο και ήταν ακόμα καλύτερο από αυτό που είχε φανταστεί.
«Ο μπάρμπα Μήτσος που λες», πήρε ξανά το κανονικό του ύφος, «είπε ότι υπάρχει κάμπινγκ στην άλλη άκρη του νησιού και ότι εκεί πάνε παλικάρια σαν του λογού μας και κορίτσα νεαρά και έμορφα, γοργόνες σωστές γιόκα μου», είπε την τελευτά φράση κάνοντας την φωνή του να ακούγετε γέρικη.
«Τι μου λες!»
«Ω ναι φίλε μου!»Είπε και τίναξε το κεφάλι του βγάζοντας μια καστανή μπούκλα που έπεφτε μέσα στα μάτια του. «Φαντάζομαι νεαρή γοργόνα θα μοιάζει στον μπάρμπα Μήτσο και η μάνα μου αλλά αξίζει να το τσεκάρουμε, ούτε δέκα λεπτά δεν πρέπει να είναι με το αμάξι, αν κατάλαβα καλά»
Το αν κατάλαβα καλά του Σταμάτη ήταν, το βγάζω καθαρά από το μυαλό μου γιατί για ακόμα μια φόρα όταν μου εξηγούσαν πώς να πάω κάπου είχα τον εγκέφαλο μου στο off. Δεν υπήρχε άνθρωπος με χειρότερο προσανατολισμό από τον Σταμάτη και εκτός τούτου με το που άκουγε άνθρωπο να δίνει οδηγίες έπαιρνε μια φάτσα σαν να του εξηγούσε ο άλλος τον εικοστό νόμο πυρηνικής μικροβιολογομοριακής φυσικής ή κάτι τέτοιο . Ήταν άξιο απορίας πως είχε γίνει ανθυποπλοίαρχος.
«Κοιτά όσο μακριά και αν είναι, το νησί είναι μια στάλα. Πιστεύω προλαβαίνουμε να πάμε να το δούμε και αν δεν μας αρέσει να προλάβουμε και το καραβάκι για πίσω. Έχουμε σχεδόν 3 ώρες» είπε ο Αλέξης τακτοποιώντας την φωτογραφική του μέσα στην τσάντα του.
   Παραδόξως ακριβώς δέκα λεπτά αργότερα παίρνοντας ένα κακοτράχαλο δρόμο, τον μοναδικό δρόμο δηλαδή που πήγαινε προς τη νότια πλευρά του νησιού φτάσαν στην κατασκήνωση. Από έξω δεν τους γέμισε το μάτι, αλλά άλλαξαν γρήγορα γνώμη μόλις μπήκαν μέσα. Μετά την είσοδο ο δρόμο έκανε μια μεγάλη  κατηφόρα που σε έβγαζε σε ένα υπέροχο πευκοδάσος. Η μυρωδιά της ρετσίνης ήταν μεθυστική και ένα απαλό αεράκι έκανε τα πεύκα να θροΐζουν αρμόνικα.
«Ωραία ε;» είπε ο Αλέξης κοιτώντας γύρω του.
«Άψογα» αποκρίθηκε ο Σταμάτης.
Στο κάμπινγκ είχε αρκετή ησυχία και οι σκηνές ήταν αρκετά απομακρυσμένες η μια από την άλλη κάτι που έλεγε ότι δεν είχε και πολύ κόσμο.
«Σαν πολύ άδειο όμως μου φαίνεται», είπε ο Σταμάτης λιγάκι απογοητευμένος.
«Κοίτα, μεσημέρι πάει σχεδόν, όλοι στην παραλία θα είναι λογικά, πάμε να δούμε»
«Ναι λογικά», φάνηκε να παίρνει ξανά τα πάνω του ο Σταμάτης .

Προχώρησαν λίγο ακόμα μες στα πεύκα ακολουθώντας τον ήχο του κύματος για να βρουν το δρόμο τους.

«Ωωωωω» κάνανε και οι δυο μαζί με το που αντίκρισαν την παραλία. Είχαν πάει σε τουλάχιστον άλλες πέντε-έξι πανέμορφες παραλίες κατά την διάρκεια του ταξιδιού τους άλλα αυτή έπαιρνε σίγουρα το βραβείο. Η παραλία ήταν ένας κολπίσκος που ξεχώριζε ένα μικρό κομμάτι θάλασσα από το πέλαγος. Ήταν σχεδόν σα λίμνη. Τα κρυστάλλινα γαλάζια νερά σάλευαν ήρεμα αντικατοπτρίζοντας τον ήλιο μαγικά. Άλλα αυτό που τους έκανε να αφήσουν το επιφώνημα θαυμασμού δεν είχε καμιά σχέση με το τοπίο. Στην παραλία ήταν περίπου διακόσια άτομα χωρισμένα σε μικρές παρέες, άλλες στην θάλασσα, άλλες στην αμμουδιά και άλλες στο μικρό ξύλινο μπιτς μπαρ. Και από τα διακόσια αυτά άτομα ένα 60% τουλάχιστον ήταν γυναίκες.
«Τζακ ποτ φίλε μου. Τζακ ποτ», είπε ο Σταμάτης αφήνοντας τον σάκο του να πέσει στο χώμα.
«Πάω στην είσοδο να τους πω ότι λέμε να μείνουμε τελικά», μουρμούρισε ο Αλέξης.

Ούτε τρεις μέρες αργότερα, καθόντουσαν με τα μαγιό τους στο μπαρ και ο ήλιος είχε αρχίσει μόλις να δύει. Είχαν ανοίξει τις πρώτες μπύρες της ημέρας ή μάλλον της βραδιάς, γιατί αν θεωρούσες ότι η μέρα άρχιζε το πρωί θα ήταν οι τέταρτες.

«Τι γυναίκα», είπε ο Σταμάτης ενώνοντας τις παλάμες του μπροστά στο στόμα του.
«Ποια;» είπε ο Αλέξης χωρίς να πάρει τα μάτια του από το δρομάκι που ένωνε το κάμπινγκ με την παραλία.
«Η Πηνελόπη ρε», τον σκούντηξε.
Ο Αλέξης γύρισε το κεφάλι του και είδε την κοπέλα που κοιτούσε ο φίλος του. Ήταν ένα ψηλόλιγνο λεπτεπίλεπτο κορίτσι με μαυρισμένο δέρμα και ξασπρισμένα από τον ήλιο καστανά μαλλιά. Την είχαν γνωρίσει αυτήν και την παρέα της το πρώτο βράδυ. Και ήταν κατά σειρά η τετάρτη κοπέλα που ερωτευόταν ο φίλος του μέσα σε τρεις μέρες.
«Α ναι. Η Πηνελόπη! Ωραίο όνομα ε;» είπε ο Αλέξης.
«Ωραίο, ναι πολύ ωραίο… όνομα» είπε ο Σταμάτης σέρνοντας τις λέξεις. «Πάρα πολύ ωραίο», συνέχισε και ξανασκούντηξε τον Αλέξη που γύρισε ξανά για να δει αυτή τη φορά ότι  κοπέλα είχε σταματήσει να μιλάει με την φίλη της και τώρα ξεπλενόταν κάτω από το ντους. Εάν η Πηνελόπη είχε ένα μεγάλο προτέρημα ήταν ο κώλος της. Είχε μια μικρή λεπτή μεσουλα που συνεχιζόταν σε δυο τέλεια φαρδιές καμπύλες. Και τα μικροσκοπικό μαγιό που φορούσε επιδείκνυε τα κάλη της ακόμα περισσότερο, όπως αποδείκνυε φυσικά και το γεμάτο ευλαβική προσήλωση βλέμμα του Σταμάτη.
Ο Αλέξης του έσκασε ένα χαμόγελο και ξαναγύρισε στο δρομάκι. Δεν είχε φανεί όλη μέρα σήμερα και ο Αλέξης είχε αρχίσει να ανησυχεί ότι μπορεί να είχαν φύγει. Αν και ήταν σίγουρος ότι του είχε πει ότι θα κάτσουν μέχρι το τέλος της εβδομάδας.
«Θα έρθει το βράδυ, δεν έχουν φύγει», είπε ο Σταμάτης λες και είχε διαβάσει τις σκέψεις του.
«Χμμ;»
«Τι μμμ; Κοντεύεις να πάθεις αυχενικό όλη μέρα, αντί να ρωτήσεις τον αγαπημένο σου φίλο μήπως ξέρει τίποτα»
«Πλακά κάνεις; Ξέρεις που είναι και με έχεις αφήσει να βασανίζομαι όλη μέρα;»
«Αχα!» Αναφώνησε ο Σταμάτης και πετάχτηκε από το σκαμπό του.«Το ήξερα!» συνέχισε και σήκωσε τον αντίχειρα του μέσα στη μούρη του Αλέξη.
«Ήξερες τι;»
«Ότι έχεις δαγκώσει την λαμαρίνα, ότι έχεις πεταλούδες στο στομάχι σου, ότι την έχεις καψουρευτει! Ότι είσαι ερωτευμεεενος»
«Σέρλοκ, εγώ στο είπα χθες το βράδυ»
«Ναι το ξέρω, άπλα ήθελα να το κάνω πιο δραματικό», είπε ο Σταμάτης και τράβηξε τα χείλη του πίσω σε ένα ανόητο χαμόγελο χιμπατζή.
«Μίλα λοιπόν που είναι»
«Χθες σε κάποια φάση που κατουρούσες ή έκανες εμετό στην παραλία, ή και τα δυο τελοσπάντων μου είπε ότι θα έκαναν το γύρω του νησιού με το καραβάκι»
«Α! Και θα ξαναγυρίσουν ε;»
«Ναι, ναι» είπε ο Σταμάτης που πάλι είχε απορροφηθεί από τη μαγεία του κώλου της Πηνελόπης.
Ο Αλέξης ξεφύσησε ανακουφισμένος. Έβγαλε το λεμόνι από το στόμιο της μπύρας τους, το πέταξε με ένα μορφασμό αηδίας κάτω και ήπιε τη μισή με μια γουλιά. Αρά θα την ξαναέβλεπε απόψε. Έχει γνωρίσει την Άννα το πρώτο βράδυ που κατασκήνωσαν και έκτοτε είχε την εντύπωση ότι την σκεφτόταν ακόμα και την ώρα που κοιμόταν.
«Αν τις πουλήσεις θέλω λεφτά, η μήπως κάνεις άλμπουμ για προσωπική χρήση; Να αρχίσω να ανησυχώ;» Αυτή ήταν η πρώτη φράση που του είχε πει. Του Αλέξη του άρεσε να βγάζει φωτογραφίες στην παραλία, άλλα πάντα ήταν διακριτικός και δεν έβγαζε πότε ένα άτομο πολλές φόρες ακόμα και αν ήταν κάποια που του άρεσε. Στην προκείμενη δεν μπορούσε να σταματήσει.
  Δεν έφταιγε ότι ήταν εξαιρετικά όμορφη ή είχε τρομερά καλλίγραμμο σώμα ή κάτι τέτοιο. Όχι. Δεν ήταν τόσο όμορφη. Είχε ξανθά μαλλιά μέχρι το λαιμό και μεγάλη φράντζα στο πλάι. Τα μάτια της ήταν γαλάζια άλλα αυτό που τα έκανε όμορφα ήταν η ειλικρίνεια που ακτινοβολούσαν. Αυτό που τον έκανε να μην μπορεί να σταματήσει να την βγάζει φωτογραφίες, ήταν η σεξουαλικότητα που είχε. Προσπαθούσε να δει αν μπορούσε να την αποτυπώσει στο φακό. Έχει ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο που κουνούσε το αφράτο κορμί της, της άνηκε απόλυτα κάθε σημείο του, από τα εξαιρετικά και διόλου ευκαταφρόνητα σε μέγεθος στήθη της έως κάθε σπιθαμή του σταρένιου δέρματος της ή έτσι τουλάχιστον φαινόταν στον Αλέξη που εκείνη την  στιγμή προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει κάτι έξυπνο να πει.
«Άννα!» συνέχισε αυτή και άπλωσε το μικρό χεράκι της.
«Χανός. Αλέξης Χανός» είπε αυτός χαμογελώντας και άρχισε να βρίσκει την αυτοκυριαρχία του.
«Δεν το πιστεύω, ο διάσημος φωτογράφος;» συνέχισε αυτή νεύοντας προς την φωτογραφική που κρατούσε στα χεριά του.
«Ο καλύτερος φωτογράφος βρεφών που κυκλοφορεί εκεί έξω μαντάμ», είπε ο Αλέξης κάνοντας μια μικρή υπόκλιση και συνέχισε «Με έξι επίσημα βαφτίσια στο ιστορικό του»
«Τι μου λέτε»
«Εντάξει τα τέσσερα ήταν από την ξαδέρφη μου άλλα και πάλι μετράει ε;»
«Από μια ξαδέρφη σου»
«Δεν θα το πιστέψεις άλλα ναι τρία χρόνια και έχει κάνει τέσσερα παιδιά. Πριν βγει το ένα έχει μείνει έγκυος στο άλλο άσε!»
«Αχα! Μήπως θα μπορούσα να δω τι στο καλό όμως τραβάς όλη μέρα» είπε η Άννα και πήγε διπλά του ακουμπώντας το μαλακό κορμί της επάνω του.
«Εννοείτε» είπε ο Αλέξης και ξεροκάταπιε.

Η Άννα έμοιαζε κατά ένα περίεργο τρόπο με τον Σταμάτη, την συμπαθούσε πριν καν το καταλάβεις. Ήταν και δυο του τρομερά ανοιχτοί και ειλικρινείς άνθρωποι που άπλα σε κέρδιζαν χωρίς να κάνουν καμιά προσπάθεια. Η μεγάλη διάφορα όμως που υπήρχε ανάμεσα στον Σταμάτη και την Άννα, ήταν ότι στην δεύτερη ήθελε να της πετάξει κυριολεκτικά τα μάτια έξω. Από εκείνη την πρώτη στιγμή που τον άγγιξε και κάθε άλλη στιγμή που ήταν μαζί και ήταν σχεδόν όλη μέρα μαζί τις προηγούμενες δυο μέρες ο Αλέξης σκεφτόταν αυτό το πράγμα. Προς το παρόν όμως ήταν μέρα Νο3 και δεν είχε καταφέρει ακόμα να την φιλήσει. Δεν ήταν ότι είχε προσπαθήσει και δεν του είχε ανταποδώσει, άπλα κάθε φορά κάτι τύχαινε. Τη μια ήταν τόσο σουρωμένος που κοιμήθηκε στα πόδια της, μια δεν έλεγαν να τους αφήσουν μονούς οπού και να πήγαιναν και άλλη μια τελευταία, το προηγούμενο βράδυ που ο Σταμάτης είχε την τρομερή ιδέα να παίξουν μπουγέλο με τις μπύρες τους, την ώρα ΑΚΡΙΒΩΣ που θα την φιλούσε.

«Φίλε δεν πρέπει να μου ξεφύγει η Αριάδνη»
«Η Πηνελόπη εννοείς»
«Ναι αυτή» είπε ο Σταμάτης σηκώνοντας το σφηνάκι τους στον αέρα. «Viva La Mexico»
«Viva»,είπε και  o Αλέξης. Τσούγκρισαν και κατέβασαν την παγωμένη Τεκίλα. Ο Αλέξης ένιωσε τις τρίχες τι πλάτης του να σηκώνονται από την έντονη γεύση και παράλληλε άλλα δυο.
«Ξέρεις ότι θα δυσκολευτείς λιγάκι, δεδομένου ότι την πρώτη μέρα επήδησες τας κολλητάς της»
«Έλα μωρ…» πήγε να πει άλλα σταμάτησε απότομα.«Συναγερμός καπετάνιε μου. Οκτώ η ώρα»
«Τι;» μόρφασε ο Αλέξης παραξενεμένος.
«Συναγερμός. οκτώ η ώρα» μούγκρισε ο Σταμάτης.
«Τι;» επανέλαβε ο Αλέξης.
«Η Άννα πίσω στα δεξιά σου ρε φίλε!»
Ο Αλέξης πήρε μια βαθιά κοφτή αναπνοή. Κινητό, κλειδιά, λεφτά άρχισε να σκέφτεται.
«Κινητό, κλειδιά, λεφτά, τσιγάρα» ψιθύρισε ο Σταμάτης . Ήξερε ότι ο φίλος του κάθε φορά που άγχονταν πάθαινε αυτό το πράγμα . ‘Το κόλλημα’ το έλεγε.«Πάμε μαζί» συνέχισε. «Κινητό , κλειδιά λεφτά, τσιγάρα, έλα τα έχουμε όλα», του είπε δείχνοντας τα πράγματα του επάνω στο μπαρ.
«Όσο για τα μάτια και τον θερμοσίφωνα αν δεν τα χεις κλείσει εδώ και δυο μήνες, πιθανότατα έχει καεί όλη η Θεσσαλονίκη μέχρι τώρα. Θα το είχαμε μάθει» είπε και τον χτύπησε ελαφριά στην πλάτη.
Ο Αλέξης του χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι
«Ναι μάλλον» είπε και από μέσα του σκέφτηκε ποσό πολύ αγαπούσε τον Σταμάτη. Κάτι φυσικά που πότε δεν θα έλεγαν ο ένας στον άλλο.

«Γεια σας αγόρια» είπε η Άννα μόλις έφτασε στο μπαρ. Φορούσε ένα γαλάζιο πουά μαγιό που την έκανε να δείχνει ακόμα πιο γλυκιά. Τα μάγουλα της ήταν κατακόκκινα από τον ήλιο.
«Ωχ η Άννα. Αλέξη την θυμάσαι;» χαχάνισε ο Σταμάτης και της πρόσφερε την μπύρα του. Αυτή την πήρε και ήπιε μια μικρή γουλιά.
Ο Αλέξης της χαιρέτισε με ένα τεράστιο χαμόγελο. Το διπλάσιο από αυτό που ήθελε να φανεί.
«Χριστέ μου καίγομαι. Ό,τι και να κάνετε, όσο και αν σας πληρώσουν μην κάνετε πότε το γύρω του νησιού. Μπορεί να είναι μικρό άλλα είναι θανατηφόρο. Έχει μια βαρκούλα που πάει πιο αργά από τον θάνατο και τώρα που το σκέφτομαι μάλλον την οδηγά ο εν λόγω κύριος. Σοβαρά όταν κατεβήκαμε είδα στο κινητό μου αν είναι ακόμα 2006. Και θεούλη μου κατακάηκα», είπε η Άννα βάζοντας το κρύο μπουκάλι της μπύρας στο μάγουλο της.
«Θα κάτσεις», ρώτησε ο Σταμάτης δείχνοντας το άδειο σκαμπό δίπλα τους.
«Μμμ όχι, ήρθα να σου κλέψω τον φίλο σου» είπε και έπιασε το χέρι του Αλέξη.
«Όλος δικός σου. Να τον κρατήσεις κιόλας. Επιστροφές μετά την απομάκρυνση από το ταμείο δεν γίνονται να ξέρεις.», φώναξε ο Σταμάτης καθώς το ζευγάρι απομακρυνόταν.

«Που πάμε», είπε μετά από λίγο ο Αλέξης.
«Θα δεις ανυπόμονε», είπε η Άννα καθώς προσπαθούσε να αποφύγει διάφορα θαμνόβια και ξερόκλαδα στο έδαφος. Προχωρούσαν προς την μεριά της κατασκήνωσης που δεν φωτιζόταν με λάμπες και είχε αρχίσει να νυχτώνει για τα καλά.
«Νταραμ!» έκανε η Άννα και του παρουσίασε μια αρκετά μεγάλη σκηνή σε μια θέση που είχε μάλλον χρόνια να χρησιμοποιηθεί.
«Τι είναι αυτό;» είπε ο Αλέξης.
«Σκηνή! Εσένα για τι σου μοιάζει; Είναι μια έξτρα που κουβαλούσε ο Τάσος και η Στέλλα για ένα ζευγάρι φιλών τους που τελικά δεν θα έρθουν»
«Όχι εννοώ»
Η Άννα του χαμογέλασε και τον ξαναπήρε από το χέρι. Άνοιξε το φερμουάρ και μπήκαν μέσα. Ένα μικρό φορητό λαμπάκι φώτιζε ελάχιστα την ευρύχωρη σκηνή.
«Ήθελα να σε δω λίγο μονό σου, και είναι γεγονός πλέον, ότι αυτό δεν γίνεται όταν υπάρχει γνωστός μας σε ακτίνα τουλάχιστον ενός χιλιόμετρου», είπε και ακούμπησε στο στρώμα.
«Αουτς!» φώναξε ξαφνικά και τινάχτηκε.
«Τι έγινε» είπε ο Αλέξης.
«Τίποτα. Απλά ακούμπησε η πλάτη μου στη σκηνή!»
«Αν είσαι τόσο κόκκινη σήμερα, αύριο θα είσαι σαν ροστ μπιφ κυρία μου», είπε ο Αλέξης δείχνοντας τους ώμους της.
«Ναι γαμώτο το ξέρω, θες να μου βάλεις λίγη κρεμά;»
«Ναι εννοείτε θέλω» είπε ο Αλέξης που η λέξη θέλω δεν κάλυπτε ούτε κατά διάνοια το μέγεθος της επιθυμίας του να την αγγίξει.
Η Άννα έψαξε την τσάντα της και έβγαλε ένα μπλε σωληνάριο, του το έδωσε και γύρισε πλάτη.
Ο Αλέξης έβαλε στα δάχτυλα του, τα έτριψε μεταξύ τους και ακούμπησε απαλά την παλάμη του στον ώμο της.
Η Άννα έβγαλε  μια βαθιά ανάσα και άφησε τους ώμους της να πέσουν. Το δέρμα της ήταν τόσο καυτό που η κρεμά παρόλο που ήταν σε θερμοκρασία περιβάλλοντος φαινόταν κρύα στην παλάμη του Αλέξη. Συνέχισε να τρίβει σιγά και απαλά την κοκκινισμένη πλάτη της,  απολαμβάνοντας την αίσθηση του δέρματος της. Αυτή έλυσε τον κόμπο από το μαγιό της και το άφησε να πέσει στο στρώμα. Ο Αλέξης ξεροκατάπιε.

Έβαλε κι άλλη κρέμα στην παλάμη του και συνέχισε να την τρίβει απαλά. Η Άννα άρχισε να γυρίζει σιγά προς το μέρος του. Ο Αλέξης σήκωσε τα χέρια του από πάνω της.
«Όχι συνέχισε», είπε αυτή με βραχνή φωνή και γύρισε προς το μέρος του εντελώς. Στις χούφτες του ήρθαν τα μεγάλα γαλακτερά υπέροχα στήθη της, δροσερά ακόμα από το βρεγμένο μαγιό της. Οι ρώγες της αντέδρασαν κατευθείαν στην επαφή με το ζεστό δέρμα του και σκλήρυναν κάτω από τις παλάμες του.
Αυτή τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια και τον πόθο ζωγραφισμένο σε αυτά χωρίς κανένα ίχνος ντροπής η προσπάθειας να τον κρύψει.
Ο Αλέξης χάιδεψε και ζούληξε μαλακά τα ζουμερά της στήθη κάνοντας την βγάλει ένα απαλό αναστεναγμό.
Τα σαρκώδη χείλη της ήταν σκασμένα με ένα περίεργο τρόπο που τα έκανε ακόμα πιο επιθυμητά. Ο Αλέξης έκανε αυτό που επιτέλους ονειρευόταν εδώ και 3 μέρες. Ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Η αίσθηση ήταν θεϊκή, τα χείλη της ήταν μαλακά και η καυτή της ανάσα τον έκανε να ζαλίζεται σχεδόν.

Της κατέβασε το μαγιό και αυτή ξανά χωρίς καμιά ντροπή άνοιξε σιγά σιγά τα πόδια της κάνοντας αυτή την φορά τον Αλέξη να βγάλει ένα αναστεναγμό. Χωρίς να περιμένει δευτερόλεπτο βούτηξε κυριολεκτικά ανάμεσα τους. Εκείνη την πρώτη φορά που την έγλειψε ερωτεύτηκε την μυρωδιά και την γεύση της. Ήταν γλυκιά χυμώδης γεύση σαν κάποιο εξωτικό φρούτο που όμοιο του δεν είχε ξαναφαει πότε και είχε ένα αναίσθητο άρωμα καθαρού σεντονιού μαζί μια ελαφριά αλμύρα από την θάλασσα. Σταμάτησε να την γλύφει γιατί φοβήθηκε ότι αν συνέχιζε να την ακούει να βογκάει θα τελείωνε έτσι χωρίς καν να τον αγγίξει.
  Όταν μπήκε μέσα της ήταν υγρή και τρομερά ζέστη! Ο Αλέξης ένιωσε μια χαρά που μονό σαν παιδί την είχε ξανααισθανθεί, απόλυτη. Όπως όταν είχε αντικρίσει το πρώτο του ποδήλατο.
 Συνέχισε να μπαινοβγαίνει αργά μέσα της χωρίς να ξέρει ποιο μέρος από το αφράτο κορμί της ήθελε να πιάνει πιο πολύ. Μια χούφτωνε το ένα λαχταριστό στήθος της αφήνοντας τον άλλο να πάλλεται και να πηγαίνει πάνω κάτω μαζί με την κίνηση τους, μια τα χάιδευε και τα δυο μαζί και άλλες στιγμές την έπιανε από τον τροφαντό κώλο της και με το στόμα του θήλαζε της σκληρές σκούρες ρώγες της.  Τέλειωσε αγκομαχώντας ούτε τρία λεπτά αργότερα. Το πιο περίεργο είναι ότι η Άννα είχε τελειώσει ήδη 2 φόρες βογκώντας τόσο ωραία που ο Αλέξης σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τελειώνει μονό ακούγοντας την…

  Και έγινε ουκ ολίγες φόρες μέσα στα επόμενα τρεισήμισι χρόνια που ήταν μαζί. Αυτό που είχαν δεν ήταν ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο που έμελλε να ξεφτίσει μέσα σε μερικούς μήνες. Όχι. Ήταν ένας έρωτας μεγάλος και δυνατός σαν ρομαντικής νουβέλας της γαλλικής μποέμ εποχής. Ο Αλέξης το Σεπτέμβριο τέλειωσε τις σπουδές στου στο οικονομικό άλλα αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη φωτογραφία. Ο κ. Παντελής παρόλο που ήθελε ο γιόκας του να αναλάβει την 'επιχείρηση'  όπως του άρεσε να λέει το μαγαζάκι με τα μπαχαρικά που είχε, δεν προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη και επίσης έδωσε- ένας θεός ήξερε πως είχε καταφέρει να τα μαζέψει, και τρεις χιλιάδες ευρώ για να επιπλώσει το σπίτι που Αλέξης του ανακοίνωσε ότι θα νοικιάσει με την Άννα. Η Άννα αρχές κιόλας Οκτωβρίου μετακόμισε από την Αθηνά στην Θεσσαλονίκη για  να συγκατοικήσουν. Μια απόφαση που την είχαν πάρει ήδη πριν τελειώσουν οι καλοκαιρινές τους διακοπές.

  Τα σχεδόν τέσσερα χρόνια που έμεινε με την Άννα στο ίδιο σπίτι ήταν με διάφορα η πιο ωραία περίοδος της ζωής του Αλέξη. Τέσσερα χρόνια γεμάτα αγάπη, φροντίδα, γέλιο, κατανόηση και πολύ, πάρα πολύ σεξ. Δεν μπορούσε να χορτάσει το κορμί της όσες φόρες και με όποιο τρόπο και αν την έπαιρνε.
  Ως και το ΥΨΔ του είχε υποχωρήσει σε τεράστιο βαθμό, μέχρι που περνούσαν μέρες ολόκληρες χωρίς να πει τον ιερό μονόλογο. Η Άννα αντιμετώπιζε το ΥΨΔ του, όπως ακριβώς ο Σταμάτης, ούτε είχε πρόβλημα, ούτε την ενοχλούσε, ούτε φυσικά τον λυπόταν. Τις πιο πολλές φόρες ή τον κορόιδευε ή το έλεγε μαζί του για να τελειώνει. Και τα δυο βοηθούσαν.
  Τέλος σε αυτά τα τέσσερα χρόνια τα επαγγελματικά της κοπέλας του και του κολλητού του πήγαν από το καλό στο καλύτερο. Η Άννα είχε καταφέρει να πάρει την μετάθεση της στην Θεσσαλονίκη και δίδασκε σε στο 5ο δημοτικό σχολείο. Εκεί που είχαν πάει μικρά ο Αλέξης και ο Σταμάτης. Και ο Σταμάτης ο ίδιος είχε πάρει τον βαθμό του ανθυποπλοίαρχου. Ταξίδευε με τα καραβιά οχτάμηνα και εννιάμηνα βγάζοντας λεφτά με το τσουβάλι και φέρνοντας πανάκριβα δώρα που σε έκαναν να αισθάνεσαι άβολα. 
   Τα δικά του δεν πήγαιναν άσχημα. Καθόλου άσχημα. Είχε σχεδόν κάθε σαββατοκύριακο μια με δυο βαφτίσεις και τουλάχιστον μια φορά το μηνά κάποιο γάμο. Μονό που δεν είχε καθόλου αυτό στο μυαλό του όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με τη φωτογραφία. Αν ήξερε ότι τα πράγματα θα έρθουν έτσι καλύτερα να είχε πάρει την 'επιχείρηση'. Αυτό που μισούσε πιο πολύ έκτος από τα δαιμονισμένα μωρά ήταν το γεγονός ότι ήταν 'ο φωτογράφος'. Ένα αναγκαίο κακό που όλοι αντεχόντουσαν με το ζόρι. Και ο τρόπος που αναφέρονταν όταν μιλούσαν για αυτόν ' ο φωτογράφος' όπως το 'οι αιμορροΐδες ή ο 'γύφτος που θέλει να σου πλύνει το τζάμι στο φανάρι' αυτό ήταν που τον τρέλαινε. Ήταν καλός στη δουλειά του, ήταν πάρα πολύ καλός για την ακρίβεια άλλα δεν έπαιρνε καμιά χαρά από αυτό. Κυρίως επειδή δεν μπορούσε να αναδειχτεί μέσα από αυτό. Δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει σαν συν του. Ναι είχε ένα άλφα κύρος το να λες ότι είσαι φωτογράφος άλλα όταν σε ρωτούσαν που και ήσουν αναγκασμένος να πεις σε γάμους και βαφτίσια, καλύτερα να μην το είχες πει πότε.

Όλα άλλαξαν όμως εκείνο το βράδυ της Κυριακής.
Τριγυρνούσαν σούπερ σουρωμένοι και μαστουρωμένοι στην Θεσσαλονίκη. Έπιναν από τις τέσσερις το μεσημέρι, λόγο ενός από τα περίφημα αποχαιρετιστήρια πάρτη του Σταμάτη. Την επόμενη μέρα πετούσε για Σιγκαπούρη από όπου θα μπάρκαρε σε ένα τεράστιο φορτηγό καράβι για επτά μήνες. Θα ήταν σίγουρα λιπόθυμοι εκείνη την ώρα αν ο Σταμάτης δεν είχε προμηθευτεί εδικά για εκείνη την μέρα ενα γραμμάριο κοκαΐνης.

Σε κάποια στιγμή έφτασαν μπροστά στο μέγαρο του é
gérie . Ήταν ένα διατηρητέο τεράστιο κτήριο πού σου έκοβε την ανάσα με το βάρος του.

«Εδώ θέλω να δουλέψει το αγόρι μου», είπε η Άννα παρουσιάζοντας το κτίριο μπροστά της. «Ουόου» έκανε αμέσως μετά και πιάστηκε από την κολόνα που ήταν δίπλα της.
«Άνετα», συμφώνησε ο Σταμάτης. «Στην υγεία του...» σήκωσε το μπουκάλι με το ρούμι και πήγε μπροστά παραπατώντας σε μια προσπάθεια να εστιάσει και να διαβάσει τα τεραστία χρυσά γράμματα στην είσοδο
«Στην υγεία του Εγκεριέ.» αναφώνησε στο τέλος.
«Εζερί καλέ!» τον διόρθωσε η Άννα.
«Εζερί; Όπως Εζερί, γιατί η ζωή είναι γυναίκα;»
 «Α-χα» έγνεψε καταφατικά η Άννα. «Από μικρή μου άρεσε το όνομα αυτού του περιοδικού. Σημαίνει μούσα ε κάτι τέτοιο!»
«Σώπα ρε.  Άσε που είχα την εντύπωση ότι είναι ξένο περιοδικό. Πολύ κυριλέ ε; Δεν είχα ιδέα ότι είναι ελληνικό» 
«Ναι ελληνικόοοο είναι», είπε και Άννα και ξαναπιάστηκε από την κολόνα.
«Αδελφέ μπορώ ήδη να σε φανταστώ να δουλεύεις εδώ. Να παρκάρεις μπροστά την διθέσια Μερτσέντες και να βγαίνεις με ύφος . Ψοφάς για κάτι τέτοια.» είπε ο Σταμάτης γυρίζοντας προς τον Αλέξη.
«Πάτε καλά ρε;», είπε ο Αλέξης και άναψε τσιγάρο.
«Γιατί; Εγώ πιστεύω ότι θα μπορούσες», είπε η Άννα.
«Πολύ αστείο Αννούλα», είπε ο Αλέξης που είχε αρχίσει λιγάκι να εκνευρίζεται. Το τελευταίο καιρό μονό που σκεφτόταν τη δουλειά του τα νευρά του τεντωνόντουσαν επικίνδυνα. Μερικές φόρες νόμιζε ότι άκουγε μωρά να κλαίνε από το πουθενά.
«Δεν κάνω πλάκα. Στο κάτω κάτω τι θα έχανες αν άφηνες ένα βιογραφικό;»
«Ένα βιογραφικό; Και τι πορτφολιο θα τους άφηνα. Τα πιο κλαμένα μωρά τις δεκαετίας; Θα γελούσε και ο κάθε πικραμένος με τις φωτογραφίες μου. Σοβαρά ρε παιδιά τώρα τι φωτογραφίες θα τους άφηνα;»
«Δεν ξέρω εσύ είσαι ο καλλιτέχνης» είπε η Άννα  και του έσκασε ένα χαζό χαμόγελο.
Ο Αλέξη της χαμογέλασε και την έπιασε από την μέση βλέποντας τη να ξαναγέρνει επικίνδυνα.
«Πάντως η Άννα έχει δίκιο δεν έχεις να χάσεις τίποτα αφήνοντας ένα βιογραφικό. Φίλε μέχρι και εγώ που είμαι είμαι η επιτομή της ασχετοσύνης με αυτά με αυτά, καταλαβαίνω ότι είσαι πολύ μπροστά στη φωτογραφία. Είσαι με μια φωτογραφική στο χέρι από τότε που γεννηθήκαμε.» Είπε ο συνήγορος του διαβόλου . Πάντα όταν ήθελαν να τον πείσουν για κάτι συνεργάζονταν έτσι. Αν και λόγω τον ταξιδιών του δεν βλέπανε πάρα πολύ τον Σταμάτη  αυτός και η Άννα είχαν αποκτήσει μια πολύ ιδιαίτερη σχέση στα χρόνια που είχαν περάσει.
«Α και τώρα που το σκέφτομαι έχεις ένα σωρό τέλειες φωτογραφίες. Θυμάσαι εκείνες με τα άγρια άλογα που είχες βγάλει σε εκείνο το χωριό στη Δράμα; Εκείνες ήταν τέλειες» πετάχτηκε η Άννα ξανά.«Τέλειες σου λέω» μούγκρισε.
«Τώρα μου λες τι σχέση έχουν τα άλογα με την μόδα;»
«Έλα ρε Αλέξη αφού καταλαβαίνεις τι εννοώ.», του απάντησε και τον αγκάλιασε σφιχτά από την μέση.
«Αποκλείεται, δεν υπαρχή περίπτωση» είπε ο Αλέξης που ήδη είχε αρχίσει να το σκέφτεται πιο σοβαρά
«Βιο-γρα-φι-κο στο Ε-ζε-ρί» άρχισε να τραγουδά ρυθμικά η Άννα.
«Βιο-γρα-φι-κο στο Ε-ζε-ρί» επανέλαβε και ο Σταμάτης.
«ΟΧΙ» είπε αυτός γελώντας κάτω από τα μουστάκια του.
«Σε παρακαλώ κάντο σαν τελευταία χάρη στον αδελφό σου» είπε ο Σταμάτης κάνοντας την φωνή του σαν ετοιμοθάνατου « Αύριο φεύγω» είπε και έβηξε ψεύτικα.
«Σε λίγους μήνες θα είσαι πίσω ξανά, πλακά μού κάνεις;» είπε ο Αλέξης γελώντας
«Ξέρεις τι κίνδυνους έχουν οι θάλασσες νεαρέ; Φουρτούνες, κύκλωνες, πειρατές. Καρχαρίες» είπε τονίζοντας την τελευταία λέξη και γουρλώνοντας όσο περισσότερο μπορούσε τα μάτια του.
Η Άννα και Αλέξης έσκασαν στα γέλια.
«Εντάξει, εντάξει. Θα το κάνω λοιπόν για σένα αγαπητέ μου μονάκριβε φίλε και για σένα αγαπημένη μου γαλόπουλα, ε βασιλοπούλα»
«Ναι! Σφηνάκια!» γκάριξε ο Σταμάτης και έβγαλε τα 3 τσαλακωμένα ποτήρια που τα κουβαλούσε στην τσέπη του όλο το βράδυ. Τα γέμισε και τους τα μοίρασε.
«Μην στεναχώριεστε ξέρω ποιο είναι ποιανού. Τα θυμάμαι» είπε και τους κοίταξε «Άσε που η γονόρροια δεν κολλάει με το σάλιο, ή έτσι νομίζω τουλάχιστον» είπε πιο σιγα μέσα απ' το ποτήρι του. Κατέβασαν και οι τρεις τα ποτά τους και έσκασαν ξανά στα γέλια. Ο Αλέξης πέρασε το ένα χέρι του πάνω από την Άννα και το άλλο πάνω από τον Σταμάτη και άρχισαν να προχωράνε γελώντας ακόμα.
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που βρεθήκαν όλοι μαζί.


   Την Δεύτερα έδωσε το βιογραφικό του, μια μικρή συνέντευξη και  μερικά σετ φωτογραφιών- ένα από αυτά ήταν και τα άγρια άλογα. Και ως δια μαγείας την Τετάρτη δούλευε για το Εgérie . Τις πρώτες δυο εβδομάδες με το που ξυπνούσε κοιτούσε την κάρτα  με το όνομα του από το περιοδικό, για να σιγουρευτεί ότι δεν ήταν όνειρο.  Για ένα μηνά στην αρχή δούλευε με ένα νεαρό υπερκινητικό συντάκτη που είχε μια στήλη για ανερχόμενα μικρά μαγαζιά ρούχων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
   Υπήρχαν διάφορα πράγματα που τον παραξένεψαν τον πρώτο καιρό στη δουλειά του. Πρώτο και κύριο τα ναρκωτικά. Όλοι από τον πιο σημαντικό μέχρι την τελευταία τρύπα χρησιμοποίησαν ανεξήγητα μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης. Και άλλων διεγερτικών άλλα κυρίως κοκαΐνης και καφέ. Τόνους καφέ. Ένα άλλο ήταν ο τρόπος που μιλούσαν. Μισά αγγλικά μισά ελληνικά. Σαν να έβλεπε παλιά ελληνική κωμωδία. Και τέλος ο τρόπος που αντιμετώπιζαν τους πάντες που δεν είχαν σχέση με τον χώρο τους. Σαν να ήταν σε κατώτερη βαθμίδα από τους ιδίους σαν μην να άνηκαν στην Ελίτ που άνηκαν αυτοί. Ο Αλέξης δεν άργησε να υιοθετήσει και να ενστερνιστεί με χαρά όλα τα παραπάνω. Η Άννα διασκέδαζε με την χαρά και τον ενθουσιασμό του Αλέξη όσο αυτός σχεδόν. Γελούσα ασταμάτητα κάθε φορά πού πετούσε στο άσχετο μια αγγλική λέξη και απολάμβανε με το παραπάνω τα βραδιά που μέναν μέσα ρουφώντας γραμμές την μια μετά την άλλη και κάνοντας κολασμένο σεξ για ώρες. Το μοναδικό πράγμα που την ξένιζε λιγάκι ήταν η συμπεριφορά του Αλέξη απέναντι σε γνωστούς και φίλους τους. Σαν να τους υποτιμούσε κάπως.

Ο Αλέξης πετούσε στα σύννεφα. Δεν ήταν άπλα ότι δούλευε στο Εgérie  και όλα πήγαιναν πρίμα Ήταν ότι μπορούσε πλέον να λέει ότι είναι φωτογράφος με το κεφάλι ψηλά. Και όταν τον ρωτούσαν που δουλεύει να το πετάει σαν βόμβα –ΜΠΑΜ- στο Εgérie  Στο γαμημένο Εgérie . Στην δουλειά του έχαιρε αναγνώρισης και ήδη από τον δεύτερο μήνα πολλοί συντάκτες του ζητούσαν να φωτογραφίσει κάτι για αυτούς και στο αντίθετο φύλο δεν είχε περάσει απαρατήρητος βεβαίως. Φυσικά ο ίδιος του απολάμβανε το φλερτ άλλα επειδή δεν είχε καμιά όρεξη να κάνει οτιδήποτε με καμιά μιας και είχε μονό μάτια για την Άννα, έκανε γνωστό ότι ήταν πολύ ερωτευμένος με μια υπεροχή και πανέμορφη κοπέλα. Πολύ λίγες μέρες αργότερα χωρίς να το θέλει είχε δημιουργήσει μια αύρα μυστήριου γύρω από την υπέροχη αυτή Άννα που κανένας δεν είχε δει ακόμα.  Πίστευε ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να πάνε καλύτερα όταν προς μεγάλη εκλέξει όλων τον τρίτο μήνα τον κάλεσε η ίδια η κ.Βάνα στο γραφείο της για να του προτείνει να κάνει την φωτογράφηση για το κορίτσι του μήνα. Το κορίτσι του μήνα ήταν-έτσι το έλεγαν όσοι δούλευαν για το περιοδικό, ήταν ένα ένθετο που λεγόταν Seasons, μέσα στο περιοδικό και ουσιαστικά ήταν και το πιο σημαντικό μέρος του περιοδικού. Ένα μοντέλο- που μετά την φωτογράφηση αυτή γινόταν περιζήτητο, πόζαρε με ρούχα και εσώρουχα διαφημίζοντας μαγαζιά και επωνύμους οίκους που πύρωναν αδρά για μια σελίδα στο Seasons.  «Α και Αλέξη, το βράδυ κάνω ένα μικρό παρτάκι στο Λ, εάν θες έλα και φέρε και την μυστηριώδη κοπέλα σου» του είπε καθώς έβγαινε από την πόρτα.
Ο Αλέξης έγνεψε καταφατικά και κρατηθεί για να μην ουρλιάξει η πιθανότατα, κατουρηθεί από την χαρά του.

Στη διαδρομή για το σπίτι έβγαλε ό,τι είχε και δεν είχε στο λογαριασμό του και πήρε για τον εαυτό του ένα καινούριο σπορ κοστούμι και για την Άννα ένα ασημένιο βραχιόλι Donna Karan, το όποιο ήξερε ότι δεν θα το εκτιμούσε τόσο όσο αυτός, άλλα ήθελε να της αγοράσει ένα ακριβό δώρο όπως και να'χε. Όσην ώρα περίμενε στο σπίτι την Άννα να γυρίσει από το σχολείο είχε τόση υπερένταση που έκανε όλο το σπίτι τα μπαλκόνια, ακόμα και τα κάγκελα του μπαλκονιού. Όταν τελικά γύρισε η Άννα το γιόρτασαν με ένα μαραθώνιο σεξ, ξεκουραστήκαν μια ωρίτσα και στις 10 παρά ήταν έξω από το Λ.

«Καλέ έχω άγχος. Πως είμαι;», είπε η Άννα και του έπιασε το χέρι πριν μπουν μέσα.
Ο Αλέξης σταμάτησε και την κοίταξε από πάνω ως κάτω. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, είχε πιάσει τα μαλλιά της ψηλά και στο χέρι της φορούσε το καινούργιο βραχιόλι που της είχε πάρει. Έλαμπε ολόκληρη.
«Είσαι πανέμορφη!» της είπε ειλικρινά. «Εγώ δεν ξέρω πως είμαι» μουρμούρισε και έστρωσε το σακάκι του.
«Σαν το Τζέιμς Μποντ. Αλήθεια» του είπε η Άννα και τον κοίταξε σοβαρά στα μάτια.
Αυτός της έδωσε ένα φιλί στον αέρα για να μην της βγάλει το κραγιόν και άνοιξε την εξώπορτα του μαγαζιού. Έδωσαν την πρόσκληση στον θηριώδη πορτιέρη και μπήκαν. Πότε δεν περίμενε ότι βραδιά θα εξελισσόταν τόσο άσχημα.

Μέσα στο μαγαζί αναγνώρισε, διάφορα μοντέλα, συντάκτες από το περιοδικό μακιγιέρ και μόδιστρους χωρίς να μπορεί να πιστέψει στα μάτια του. Η Άννα του ψιθύριζε  συνεχώς με μικρά επιφωνήματα ενθουσιασμού, διάφορους που αναγνώριζε. Ο Αλέξης είδε ότι στο μπαρ καθόταν η κ.Βανα. Πήρε την Άννα από το χέρι και πήγαν προς το μέρος της.
«Κυρία Βάνα» χαιρέτισε ο Αλέξης μόλις έφτασαν.
«Αλέξη darling καλώς ήρθες. Τι κουστούμι. Τι κουστούμι! πολύ classy» είπε και του έφτιαξε το γιακά του. Η ίδια της φορούσε μια πολύχρωμη εσάρπα και μουσταρδί παντελόνι με κοντό ρεβέρ. Στα μάτια της φορούσε κίτρινα γυαλιά νυκτός, σαν αυτά που είχε δει ο Αλέξης να φοράνε οι σταρ του Χόλυγουντ.«Και η κυρία;» είπε και έδειξε την Άννα.
«Κυρία Βάνα από δω η Άννα η κοπέλα μου»
Η Άννα πήρε το πιο επίσημο ύφος της και ένα ευγενικό χαμόγελο και άπλωσε το χέρι της.
Για μερικά δευτερόλεπτα η Βάνα δεν κουνήθηκε καθόλου. Ύστερα κατέβασε αργά τα γυαλιά της και την κοίταξε αδιάκριτα από πάνω έως κάτω σταματώντας επιδεκτικά το βλέμμα της στα παχάκια που είχε στη μέση της. Για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα που φάνηκαν αιώνες στον Αλέξη δεν έκανε τίποτα και ύστερα άπλωσε το κοκκαλιάρικο φακιδιασμενο χέρι τις ίσα για να ακουμπήσει αυτό της Άννας και μετά το τράβηξε γρήγορα πίσω, σαν να φοβόταν ότι μπορεί να κολλήσει κάτι.
«Χάρηκα πολύ» είπε η Άννα χαμογελώντας αμήχανα.
«Μμμ» είπε η κ.Βανα και γύρισε στην παρέα της.

«Παναγιά μου αυτό ήταν άβολο», είπε η Άννα μόλις απομακρύνθηκαν.
«Ναι είναι λίγο παράξενη μερικές φόρες», είπε ο Αλέξης προσπαθώντας να ακουστεί πολύ πιο άνετος από ότι ήταν.  Ύστερα από λίγο άρχισε να παρατηρεί βλέμματα και δάχτυλα που έδειχναν αυτούς, σιγανά συγκαλυμμένα γελάκια πίσω από ποτήρια. Όχι αυτούς, αυτήν. Την Άννα. Κοίταξε τα μοντέλα γύρω του και κοίταξε ξανά την Άννα. Και τότε κατάλαβε. Τότε είδε τι έβλεπαν. Αν δεν είχε δουλέψει στο égérie  αυτούς τους τρεις μήνες ίσως να μην το έβλεπε ποτέ. Άλλα τώρα μπορούσε να το δει,και πρώτη φορά είδε την Άννα αντικειμενικά. Το φόρεμα της δεν ήταν από κάποιο πανάκριβο ατελιέ, ίσως να κόστιζε και λιγότερο από εκατό ευρώ  και φαινόταν φθηνό σε σχέση με αυτά που φορούσαν οι άλλες.. Τα μαλλιά της δεν ήταν περιποιημένα από κομμωτήριο τα είχε φτιάξει μόνη της. Και το σημαντικότερο από όλα. Τα παχάκια της, αυτά τα παχάκια που ο Αλέξης λάτρευε στη μέση της και στα μπούτια της, γύρω τους ο κόσμος τα κοιτούσε σαν καρκινικά εξογκώματα. Όλο το βράδυ τους χαιρέτισαν ελάχιστα άτομα και ακόμα λιγότερα άτομα κάθισαν μαζί του για πάνω από τρία λεπτά. Άτομα με τα οποία το ίδιο πρωί ο Αλέξης είχε πιει καφέ και είχε μιλήσει με τις ώρες άλλες φόρες, χαιρετούσαν και έφευγαν λες και το ζευγάρι βρωμούσε. Πολύ αργότερα θα καταλάβαινε ότι αυτό που ενοχλούσε πιο πολύ δεν ήταν ούτε το φόρεμα ούτε τα μαλλιά άλλα ούτε και τα κιλά της Άννας . Αυτό που τους φαινόταν αδιανόητο και αποτρόπαιο ήταν ότι η Άννα δεν έκανε καμιά προσπάθεια να συγκαλύψει, να κρύψει η να καμουφλάρει τις ατέλειες της. Ότι δεν την ένοιαζε καν.

«Παράξενος κόσμος», είπε εκείνο το βράδυ η Άννα πριν κοιμηθούν.

Ο Αλέξης δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί ποσό πολύ θα  επηρέαζε στη δουλεία του η εμφάνιση της Άννας. Πολλοί συμπεριφέρονταν σαν να είχαν ανακαλύψει κάποιο σιχαμένο και αποτρόπαιο μυστικό του και άλλοι σαν να τους είχε κοροϊδέψει. Και φυσικά η πηγή όλων αυτών ήταν η Βάνα. Την είχε απογοητεύσει. Αυτή είχε δει κάτι σε αυτόν, είχε μιλήσει στους δικούς της για αυτόν, είχε σκοπό να τον προωθήσει και αυτός είχε κουβαλήσει μια δευτεράντζα μια busclass στο πάρτι της. Ήταν σαν να την έφτυνε στα μούτρα. Πως μπορούσε να τον προωθήσει με τέτοιο image. Καλύτερα να ήταν μόνος του η γκέι παρά να είχε εμφανιστεί με την παχουλή κινούμενη αδιαφορία. Ναι την είχε απογοητεύει γιατί αυτή είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι η μυστηριώδης κοπέλα ίσως να ήταν κάποιο άγνωστο μοντέλο που αυτή θα ξετρύπωνε και θα είχε με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Ω ναι την είχε απογοητεύσει και του το έδειχνε καθαρά. Σχεδόν δεν του μιλούσε.

Ο Αλέξης επίσης δε μπορούσε  να φανταστεί ότι όλο αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει την σχέση του με την Άννα. Άλλα έκανε λάθος και εδώ. Κάθε μέρα απομακρυνόταν όλο και περισσότερο χωρίς ούτε ο ίδιος να μπορεί να καταλάβει πως το έκανε.

Η φωτογράφιση έγινε δυο εβδομάδες μετά το πάρτι. Το μοντέλο ήταν η Βίκυ Μαζαράκη Ο Αλέξης έβαλε όλο του το είναι σε εκείνη την φωτογράφιση και σε συνδυασμό με την εκπληκτική ομορφιά της Βίκυς η φωτογράφιση δεν βγήκε άπλα καλή. Βγήκε απίστευτη. Το ίδιο βράδυ μετά την φωτογράφιση πήγαν για ποτά στο Λ.Η τρομερή δουλειά του Αλέξη, του είχε κερδίσει ξανά ένα μέρος από το χαμένο κύρος του. Μέχρι και η κ.Βάνα είχε μαλακώσει. Κάποια στιγμή του έκανε νόημα να πλησιάσει.
«Όμορφη δουλειά σήμερα Αλέξη», είπε τις λέξεις αργά ανακατεύοντας το μαρτίνι της.
«Ευχαριστώ πολύ κ. Βάνα, έβαλα τα δυνατά μου»
«Ναι» είπε αυτή και δάγκωσε την μια ελιά από την οδοντογλυφίδα. Την κατάπιε κάνοντας τις ζάρες το λαιμό της να συσπαστούν ανατριχιαστικά.
« Πολύ θα μου άρεσε να έκανες και την επομένη φωτογράφιση»
«Αλήθεια; Και μένα», αναφώνησε όλο χαρά
«Άλλα...»,είπε η Βάνα και ήπιε μια γουλιά από το ποτό της αφήνοντας ένα μεγάλο κόκκινο σημάδι στο ποτήρι.
«Άλλα τι;» ρώτησε ο Αλέξης και ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά.
Η Βάνα έσκυψε προς το μέρος του
«Αυτή είναι γυναίκα», του ψιθύρισε στο αυτί και το γυάλινο βλέμμα της καρφώθηκε κάπου πίσω του
Ο Αλέξης γύρισε το κεφάλι του και είδε την Βίκυ.

Γύρισε σπίτι αηδιασμένος. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στο καναπέ. Δεν μπορούσε καν να αντικρύσει την Άννα. Ήξερε τι ήθελε η γριά βρικόλακας και αυτός είχε ήδη συμφωνήσει μέσα του.

Μια εβδομάδα μετά χώρισε με την Άννα και τρεις μήνες αργότερα παντρεύτηκε με την Βίκυ. Όλα τα έξοδα του γάμου ήταν πληρωμένα από την κ.Βάνα.


Πέταξε στη θάλασσα το τσιγάρο που είχε ήδη σβήσει στο χέρι του εδώ και ώρα, και κατέβασε την τελευταία γουλιά από το ουίσκι. Σκούπισε με τον αντίχειρα του τα μουσκεμένα μάγουλα του και ρούφηξε την μύτη του. Ακόμα την θυμόταν εκείνη την στιγμή πριν από 4 χρόνια σαν να την έβλεπε μπροστά του. Άναψε το τελευταίο τσιγάρο, τσαλάκωσε το πακέτο και το άφησε δίπλα στο άδειο μπουκάλι.
   Έχε πάει στο σπίτι και είχε χτυπήσει το θυροτηλέφωνο. Της είχε πει να κατέβει κάτω. Φορούσε ένα μπλε δικό του φανελάκι και ένα άσπρο κοντό σορτσάκι. Δεν τον ρώτησε γιατί, δεν του είπε τίποτα όταν της είπε ότι ήθελε να μείνει μόνος του. Άπλα στεκόταν εκεί και τον κοιτούσε με τα δάκρυα στα μεγάλα μάτια της που είχαν γουρλώσει σαν από πληγωμένο κουτάβι, να τρέχουν ποτάμι. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα είχε σκεφτεί να σταματήσει το παρανοϊκό πράγμα που έκανε, πως ήταν δυνατόν χώριζε την κοπέλα που λάτρευε για να κάνει το αφεντικό του να τον συμπαθήσει; Άλλα ο εγωισμός η ματαιοδοξία και κυρίως η ανάγκη του για αναγνώριση κέρδισαν.
   Ρούφηξε τις τελευταίες τζούρες από το τσιγάρο του και το πέταξε και αυτό στη θάλασσα. Κοίταξε το φεγγάρι που μόλις είχε άρχισε να εμφανίζεται στον ουρανό. Ένα μικρό διάφανο ημικύκλιο σχεδόν σαν ερωτηματικό. Σηκώθηκε με δυσκολία και πήγε παραπατώντας μέχρι το αμάξι. Μπήκε μέσα και ξεκίνησε για το σπίτι του.

Αργότερα την στιγμή που τον έπαιρνε ο ύπνος στο παραζαλισμένο μυαλό του έφερε την εικόνα την όμορφης μαυρομάλλας από το εστιατόριο. Για κάποιο άγνωστο λόγο ανατρίχιασε όλο του το κορμί σαν να τον είχε περάσει ένα κρύο ρεύμα αέρα. Σήκωσε με προσπάθεια το κεφάλι του και κοίταξε πάνω από το κοιμισμένο κορμί της Βίκυς την μπαλκονόπορτα. Ήταν κλειστή. Έγειρε πάλι πίσω και βυθίστηκε σε ένα ύπνο χωρίς όνειρα.






*Αυτό ήταν το 1ο μέρος από το μυθιστόρημα 3 μέρες. Αγαπητέ αναγνώστη σε ευχαριστώ πολύ που το διάβασες και ελπίζω να πέρασες όσο ωραία πέρασα εγώ γράφοντας το.
** Το κείμενο είναι καθαρή μυθοπλασία
*** Ένα θέλεις μπορείς να κανείς like στην σελίδα μου για να δεις πότε θα βγει το επόμενο μέρος η να διαβάσεις κάποια άλλη ιστορία μου.