Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

3 μέρες - Μέρος 2ο


Have some sympathy and some taste
use all your well-learned politesse
                                          
                                  Rolling stones




                                              ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ






   Ξύπνησε στις έξι και μισή. Έξω μόλις είχε αρχίσει να χαράζει. Ως δια μαγείας δεν είχε ξυπνήσει με πονοκέφαλο, αν και αισθανόταν το στομάχι του, λες και όλο το βράδυ δεν κοιμόνταν στο κρεβάτι του άλλα σε μπαλαρίνα λούνα παρκ. Κοίταξε διπλά του την Βίκυ που κοιμόταν γυμνή. Το πάπλωμα είχε κατεβεί, αποκαλύπτοντας το ένα της στήθος. Η ρώγα της ήταν ερεθισμένη . Την άγγιξε με την άκρη των δαχτύλων του και σκλήρυνε περισσότερο.  Η Βίκυ συνέχισε να κοιμάται. Έσκυψε και δάγκωσε άπλα την ροζ θηλή της. Την άφησε από τα δόντια του και πέρασε αργά την γλώσσα του από πάνω της, Η Βίκυ έβγαλε ένα σιγανό αναστεναγμό. Τραβηχτικέ πίσω. Ξεσκεπάστηκε σιγά και πολύ προσεκτικά σηκώθηκε από το κρεβάτι. Αν και τον ξεσήκωσε λιγάκι το γυμνό της στήθος, δεν ήθελε να την ξυπνήσει για κανένα λόγο.
   Πήγε γυμνός ως το μπάνιο και κοιτάχτηκε στο καθρέφτη. Έσφιξε τα μπράτσα του και τους καλοσχηματισμένους  κοιλιακούς του και χαμογέλασε ευχαριστημένος. Πήρε το πέος του στο χέρι του και το ανέδειξε στην γυάλινη επιφάνεια μπροστά του. Το χαμόγελο του έγινε ακόμα πιο πλατύ. Το λάτρευε το σώμα του και ειδικά το μεγάλο ίσιο και βαρβάτο πούλι του. Δεν είχε γυμναστεί σχεδόν ποτέ αλλά οι μυείς στα χέρια, το στήθος του και οι κοιλιακοί του ήταν σαν από αρχαίο ελληνικό άγαλμα. Η Βίκυ που καθημερινά έχυνε τόνους ιδρώτα στο υπόγειο γυμναστήριο τους τον φθονούσε για αυτό.
«Μια μέρα θα αλλάξει ο μεταβολισμός σου και θα κανείς μια κοιλιά μέχρι τα γόνατα Αλεξάκη, δεν γίνεται με ...μμμ πως να το πω;» το βλέμμα είχε σκληρύνει στην προσπάθεια να βρει την σωστή λέξη. «Με τις καταχρήσεις που κανείς και με τις σαβούρες που τρως να είσαι έτσι μια ζωή. Άπλα δεν γίνεται» του είχε πει ασθμαίνοντας μια εβδομάδα πριν, την ώρα που ανέβαινε καταϊδρωμένη από το υπόγειο. Αυτός καθόταν στον καναπέ καταβροχθίζοντας το πρώτο από τα τρία χάμπουργκερ που ήταν μπροστά του .

   Απόλαυε ένα δεκάλεπτο υδρομασάζ στην τεράστια μπανιερά και ύστερα έκανε ένα κρύο ντους για να ξυπνήσει. Έφτιαξε καφέ και παρακολούθησε την ανατολή σνιφάροντας δυο κλασσικές πρωινές γραμμές. Γραμμές καλημέρα τις έλεγε μέσα του. Φόρεσε ένα απλό  μπλουτζίν και ένα μαύρο απλό φανελάκι. Τα κατσάβραχα του Ολύμπου δεν ενδείκνυνταν για κουστούμι.
   Έκανε πάνω από μια ώρα μέχρι να φτάσει στο αμάξι του. Του ΥΨΔ του μαίνονταν σαν τροπική καταιγίδα στον εγκέφαλο του. Είχε πει τον ιερό μονόλογο πάνω από διακόσιες φόρες έως ότου να καταφέρει να βγει από την πόρτα του σπιτιού και άλλες τόσες μέχρι να ξεκινήσει το αμάξι. Κατάφερε να χαλαρώσει κάπως ρουφώντας άλλες 2 γιγάντιες γραμμές. Ήταν όμως φυσικό. Μπροστά του ήταν μια από τις πιο σημαντικές μέρες τις καριέρας του, αν όχι η πιο σημαντική.

«Θερμοσίφωνας κλειστός!» φώναξε  γυρνώντας το κλειδί. Επιτέλους το είχε κάνει σωστά. Η Boxer πήρε μπρος με ένα βρυχηθμό. Τερμάτισε το γκάζι και το αμάξι ξεκίνησε στριγγλίζοντας. Αυτό σίγουρα θα ξυπνούσε την Βίκυ σκέφτηκε χαιρέκακα καθώς έβγαινε από την άυλη.




                                                                  *





Στις έντεκα και μισή ήταν στους πρόποδες του Ολύμπου. Πάρκαρε διπλά σε ένα βαν του Egerie και ρούφηξε ακόμα μια γραμμή προτού βγει από το αμάξι. Στην μικρή ταβέρνα πριν την αρχή του βουνού τον περίμεναν γύρω στα τριάντα άτομα. Όλο το κρου του boss συν τα άτομα από το περιοδικό. Ο Andy L. κανονικά Αντώνης Λιάπης τους σήκωσε το χέρι. Ο Andy ήταν μακρόν ο πιο γλοιώδης άνθρωπος που είχε γνωρίσει ο Αλέξης στη ζωή του. Ήταν το δεξί χέρι της κ.Βάνας και ο σίγουρα μοναδικός άνθρωπος εν ζωή που την είχε πηδήξει και την πηδούσε.  Κανείς δεν ήξερε τον λόγο που ήταν στην θέση που ήταν. Δεν είχε σχέση με την μόδα, δεν έγραφε στο περιοδικό, δεν είχε κανένα γνωστό ταλέντο-έκτος βεβαία του ότι κατάφερνε και κουτούπωνε την γριά βρικόλακα και ήταν άσχημος σαν βατράχι. Ένα βράδυ στο Λ, την ώρα που ο Andy έγλυφε σχολαστικά το αυτί της κ.Βάνας,  ο Δημητρίου -ένας από τους πιο παλιούς συντάκτες του περιοδικού, του είχε πει εκμυστηρευτεί σιγανά ότι είχε ακούσει πως είναι γιος της.

Ο Αλέξης σήκωσε και αυτός το χέρι του έστρωσε τα γυαλιά ηλίου του και πήγε προς το μέρος τους.

«Κύριες και κύριοι να με συγχωρείτε για την καθυστέρηση, αλλά κόλλησα στην κίνηση» είπε ο Αλέξης και έδειξε τον άδειο δρόμο πίσω του.  Γελάκια ακούστηκαν από το τραπέζι. Ναι, ο σπουδαίος καλλιτέχνης μπορούσε να αργήσει ένα μισάωρο.
«Κλασσικό Αλέξης Χανός» είπε ο Andyκαι σηκώθηκε από το τραπέζι. «Τι θα κάνουμε με σένα φιλέ μου δεν ξέρω, έχει χάρη που σε αγαπώ!» συνέχισε και τον φίλησε σταυρωτά. Ο Andy έλεγε στους πάντες ότι ο ίδιος του και ο Αλέξης ήταν σαν αδέλφια. Αυτό είχε ξεκινήσει φυσικά αφότου ο Αλέξης είχε κάνει την τρίτη φωτογράφιση στη σειρά, για το κορίτσι του μηνά. Από τότε και μετά δεν υπήρχε μέρα που να μην τον πάρει τηλέφωνο για να τον ενημερώσει που θα είναι το βράδυ και να του προτείνει να πάει. Ο Αλέξης από την άλλη τον ανεχόταν μονό και μονό επειδή ήξερε τι επιρροή είχε στην Βάνα.

«Και γω σ'αγαπάω» είπε ο Αλέξης στα ελληνικά χωρίς να τον κοιτάζει και ύστερα γύρισε στα άτομα στο τραπέζι. Η Μια φορούσε ένα απλό άσπρο φουστάνι και μεγάλα κόκκινα γυαλιά. Τα σαρκώδη χείλη της αν και δεν ήταν βαμμένα είχαν σχεδόν το ίδιο χρώμα με τα γυαλιά της.
«Λοιπόν; Ποιος είναι έτοιμος για αναρρίχηση;» συνέχισε στα αγγλικά και φόρτωσε την τσάντα του στην πλάτη του.




                                                                             *





   Στις οκτώ το βράδυ μπήκε φουριόζος στο μέγαρο του Egerie και πήγε κατευθείαν στο γραφείο του. Τις τρεις ώρες που ήταν εκεί μέσα με τα στόρια κατεβασμένα μπορούσε σχεδόν να νιώσει την αγωνιά όλων που περίμεναν απέξω. Ήταν λες και όλο το κτίριο κρατούσε την αναπνοή του. Τις λάτρευε αυτέ τις καταστάσεις. Ήταν το επίκεντρο της γης εκείνες τις τρεις ώρες. Όλοι περίμεναν αυτόν! Σκεφτόταν ότι κάπως έτσι πρέπει να αισθάνονταν οι ροκ σταρ πριν βγουν στην σκηνή.
   Στις έντεκα τελικά άνοιξε την πόρτα του. Κεφάλια βγήκαν από διάφορα γραφεία, βλέμματα σηκώθηκαν από υπολογιστές. Στα χέρια του κρατούσε ένα μεγάλο  καφέ φάκελο με 15 φωτογραφίες μέσα. Αυτές οι φωτογραφίες θα στελνόντουσαν σαν δείγμα στην Boss, για να δώσει το ΟΚ. Αν αυτές οι φωτογραφίες άρεσαν στην εταιρία θα τους έδινε το πράσινο φως για να συνεχίσουν με τις υπόλοιπες. Αν όχι  η φωτογράφιση θα γινόταν από άλλο καλλιτέχνη ίσως και σε άλλη χώρα.

Χτύπησε την βαριά πόρτα του γραφείου της κ.Βάνας και μπήκε στο γραφείο της. Αυτή καθόταν σαν άγαλμα- σαν μούμια θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος κακεντρεχής, πίσω από το βαρύ χρυσό γραφείο της. Στα δεξιά της στεκόταν όρθιος ο Andy. Και οι δυο τον κοιτούσαν στα μάτια προσπαθώντας να καταλάβουν και ερμηνεύσουν το ύφος του.

Αυτός χωρίς να μιλήσει, άφησε τις φωτογραφίες και έγνεψε καταφατικά στην Βάνα. Στα ζαρωμένα χείλι της εμφανίστηκε ένα αμυδρό χαμόγελο.

«Θα σε δω στο Λ» είπε και του έκανε νόημα με το χέρι της να φύγει. Ο Αλέξης γύρισε και βγήκε από το δωμάτιο σοβαρός. Όσοι ήταν απέξω τον κοιτούσαν με αγωνιά. Αυτός χωρίς ξανά να δώσει κανένα σημάδι του πως είχαν πάει τα πράγματα, κατευθύνθηκε στο ασανσέρ. Μόνο αφού βγήκε από το κτίριο και έφτασε στο αμάξι του χαλάρωσε και ένα τεράστιο χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλι του. Άφησε μια τεραστία ανάσα να βγει από μέσα του και αμέσως μετά έβγαλε μια πρωτόγονη κραυγή χαράς.

«Ναι γαμώτο. ΝΑΙ» ξεφώνισε μέσα στο αμάξι. «ΝΑΙ» ξαναείπε και άναψε τσιγάρο. Ρούφηξε μερικές μεγάλες τζούρες που τον γέμισαν όχι μονό τα πνευμονία αλλά λες ολόκληρο και ύστερα έσπασε και ρούφηξε μια παχιά γραμμή.

«Κινητό, κλειδιά, λεφτά, τσιγάρα, μάτια κλειστά, θερμοσίφωνας κλειστός!» είπε στον αέρα. Το είχε κάνει σωστά με την πρώτη.
«Κινητό, κλειδιά, λεφτά, τσιγάρα, μάτια κλειστά, θερμοσίφωνας κλειστός! Γαμοθερμοσίφωνας  κλειστός» ξανάπε. Στο πρόσωπο του είχε ένα τρελό χαμόγελο. Δεν θυμόταν την τελευταία φορά που είχε αισθανθεί τόσο χαρούμενος, τόσο πλήρης.
   Οι φωτογραφίες δεν ήταν άπλα καλές, δεν ήταν τελείες, ήταν αριστουργηματικές. Αν υπήρχε νόμπελ φωτογραφίας έπρεπε να το δώσουν σε αυτόν. Στον Αλέξη Χανό. Στον καλύτερο γαμημένο φωτογράφο της υφηλίου. Όταν εμφάνιζε τις φωτογραφίας, δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Δεν ήταν μονό ότι το φως, το τοπίο, τα χρώματα ήταν τέλεια, η Μια ήταν σαν άγγελος που είχε κατεβεί από τα ουράνια. Σαν καυλωμένος άγγελος, αν υπάρχει κάτι τέτοιο δηλαδή.
   Όλα τα μοντέλα, προσπαθούν να βγάλουν ένα ερωτισμό στον φακό,
«Πρέπει να θες να γαμήσεις τον φακό» συνήθιζε να  τους λέει ο Αλέξης, αλλά η Μια το είχε πάει ένα βήμα παραπέρα. Αυτή δεν ήταν σαν να ήθελε, ήθελε κυριολεκτικά. Όχι τον φακό ακριβώς, αλλά τον φωτογράφο σίγουρα. Δεν υπήρχαν λόγια για να περιγράψει κανείς τον αισθησιασμό και την τελειότητα της φωτογράφισης. Ο ίδιος ο Αλέξης δεν είχε δει ποτέ κάτι ανάλογο στη ζωή του. Αν δεν έπαιρναν το ΟΚ αυτές οι φωτογραφίες, θα έπρεπε η επιτροπή της Boss να ήταν τυφλοί, η καθυστερημένοι το ελάχιστο.

   Τα χέρια του έτρεμαν από τον ενθουσιασμό, καθώς άπλωνε μια ακόμα γραμμή στο κινητό. Δεν γινόταν καλύτερα. Είχε κάνει μια από τις φωτογραφίσεις που κατά την γνώμη του θα έμεναν στην ιστορία, και το σημαντικότερο αυτός θα πηδούσε σίγουρα το μοντέλο τις συγκεκριμένης φωτογράφισης.
Δάκρυα χαράς μούσκεψαν την άσπρη σκόνη στο κινητό του καθώς έσκυψε για να ρουφήξει. Δεν τον ένοιαξε καν. Έγλειψε την οθόνη, την σκούπισε με την μπλούζα του και άρχισε να στρώνει μια καινούργια γραμμή.

Σκούπισε τα μάτια του και έκανε να σκύψει αλλά πάγωσε στην θέση του. Κάποιος τον παρακολουθούσε. Η πρώτη του σκέψη ήταν αστυνομία. Κοίταξε γύρω του και πίσω του αλλά δεν είδε κανένα, παρόλα αυτά η αίσθηση έγινε ακόμα πιο έντονη. Φύσηξε την σκόνη από το κινητό του και έβαλε το φιαλίδιο με προσεκτικές κινήσεις μέσα στο εσώρουχο του. Το στερέωσε κάτω από τα αχαμνά του και έβγαλε διακριτικά τα χέρια του από το παντελόνι του. Άρχισε να ιδρώνει. Όλη η καλή διάθεση του είχε εξαφανιστεί. Κοίταξε στις σκιές του πάρκινγκ χωρίς όμως να μπορεί να δει κανέναν. Ένιωθε να τον φωνάζουν αλλά είχε απόλυτη ησυχία. Κάποιος τον κοιτούσε μέσα από τις σκιές, ήξερε ότι ήταν εκεί, αλλά δεν μπορούσε να τον εντοπίσει.
Και τότε συνειδητοποίησε ότι ακριβώς το ίδιο συναίσθημα είχε νιώσει την προηγούμενη μέρα στο Εστραγκόν. Άνοιξε το παράθυρο και έβγαλε το κεφάλι του έξω, κοίταξε πίσω και την είδε. Στεκόταν διπλά σε ένα κόκκινο κατασκονισμένο αμάξι. Φορούσε ξανά το ίδιο μακρύ σακάκι και την κοντή φούστα. Έκανε ένα βήμα μπροστά και το φως έκανε τα χλωμό της δέρμα στα ακάλυπτα πόδια και στο στήθος της να λάμψουν σχεδόν.  Στο πρόσωπο της είχε το ίδιο πανέμορφο πονηρό χαμόγελο όπως την προηγούμενη. Και όπως την προηγούμενη είχε επίσης σηκωμένο το ένα χέρι της. Μονό που δεν τον χαιρετούσε του έκανε το σήμα της νίκης. Στον δείκτη της γυάλιζε το μεγάλο δαχτυλίδι που είχε προσέξει και χθες. Η λέξη πανέμορφη ωχριούσε μπροστά στην ομορφιά της. Ήταν σαν να χαρακτήριζες την Αφροδίτη της μύλου, ωραίο άγαλμα. Παρόλα αυτά είχε κάτι λάθος, κάτι κάπως τρομακτικό, κάτι που έκανε τις τρίχες στο σβέρκο του να ορθώνονται καθώς την κοιτούσε.
Αυτή συνέχιζε να έχει τα 2 δάχτυλα σηκωμένα, και τότε κατάλαβε. Τότε κατάλαβε ότι και την προηγούμενη δεν τον χαιρετούσε άπλα είχε 3 δάχτυλα σηκωμένα. Και σήμερα δυο. Ένα ανεξήγητο άγχος τον κατέκλυσε. Μια αγωνιά σαν αυτή που μονό στους πιο ζωντανούς εφιάλτες μπορείς να αισθανθείς. Έβαλε το κεφάλι του μέσα και άνοιξε την πόρτα. Βγήκε από το αμάξι του και πριν κάνει το πρώτο βήμα, είδε ότι αυτή δεν ήταν πλέον εκεί. Έτρεξε προς το μέρος που την είχε δει και κοίταξε τριγύρω. Δεν ήταν πουθενά. Δεν υπήρχε γύρω του τίποτα για να κρυφτεί από πίσω. Ο τεράστιος χώρος του πάρκινγκ ήταν σχεδόν άδειος. Είχε χαθεί. Είχε απλά χαθεί. Σαν κλανιά στον άνεμο σκέφτηκε και χασκογέλασε. Παρόλο που τον είχε ταράξει απίστευτα το όλο σκηνικό, αισθάνθηκε ανακουφισμένος που αυτή δεν ήταν πια εκεί.

   Πήγε με αργά βήματα μέχρι το αμάξι του, προσπαθώντας να καταλάβει τι στο διάολο του είχε συμβεί. Έβγαλε το φιαλίδιο μέσα από το παντελόνι του και άπλωσε 2 γραμμές. Σνίφαρε την μια μετά την άλλη και άρχισε να ξαναβρήκε λίγη από την αδικοχαμένη ευφορία που αισθανόταν λίγα λεπτά πριν.

Άνοιξε το ντουλαπάκι στη θέση του συνοδηγού και έβγαλε ένα διαφημιστικό μπουκαλάκι βότκα που πρέπει να βρισκόταν εκεί πάνω από δυο χρόνια.
«Α στο διάολο» μουρμούρισε και το κατέβασε με μια γουλιά. Η ζέστη βότκα κατέβηκε σαν φωτιά στο άδειο στομάχι του, κάτι που δεν το ενόχλησε καθόλου.
«Α στο διάολο» ξανάπε και κοίταξε πίσω του από τον  καθρέφτη καθώς έβγαινε από το πάρκινγκ.


Μισή ώρα αργότερα έφτασε στο Λ. Από μέσα ακουγόταν δυνατή μουσική, πράγμα ασυνήθιστο για το Λ. Ο γορίλας στην πόρτα, που ο Αλέξης ποτέ δεν κατάφερνε να συγκρατήσει το όνομα του, του άνοιξε την πόρτα και του κέρασε ένα φαφούτικο χαμόγελο. Πράγμα που όχι μόνο ήταν ασυνήθιστο, δεν είχε γίνει ποτέ ξανά.
Μπήκε μέσα στο μαγαζί  και το δευτερόλεπτο που μπήκε η μουσική σταμάτησε. Το μαγαζί ήταν φίσκα και όλοι γύρισαν προς το μέρος του. Έμεινε άναυδος. Κοιτούσε τον κόσμο που καθόταν απλά χωρίς να σαλεύει, κοιτώντας τον.

«Στον κύριο Αλέξη Χανό» ακούστηκε η φωνή την Βάνας από τα ηχεία του μαγαζιού. Ο Αλέξης την έψαξε με τα μάτια και την εντόπισε δίπλα στο Dj. Φορούσε ένα μαύρο ριχτό φόρεμα, μαύρο τουρμπάνι και μαύρα γυαλιά.  Κρατούσε με στυλ, Αμερικάνας τραγουδίστριας του 40, ένα μικρόφωνο.

«Αλέξη darling, στην υγειά σου» είπε και σήκωσε ένα ποτήρι σαμπάνιας. Όλοι μέσα στο μαγαζί σήκωσαν τα ποτήρια του και φωνάζοντας « Στην υγειά σου» και «Μπράβο»

Η μουσική μπήκε δυνατά και άρχισαν όλοι να ξαναχορεύουν. Ο Αλέξης ξεπέρασε γρήγορα το αρχικό σοκ, φόρεσε το πιο αστραφτερό του χαμόγελο και προχώρησε μέσα στο μαγαζί. Κόσμος άρχισε να τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη, χέρια έψαχναν το δικό του για να τον συγχαρούν. Έδιωξε το σκηνικό στο πάρκινγκ από το μυαλό του, όσο εύκολα διώχνεις ένα χνούδι από το παλτό σου. Αυτή ήταν η δικιά του στιγμή και σκόπευε να την απολαύσει, ονειρευόταν αυτά τα πράγματα και δεν θα άφηνε μια τρελή σε ένα πάρκινγκ να του το χαλάσει. Έσφιγγε χέρια και δέχονταν ‘ταπεινά’ συγχαρητήρια καθώς προχωρούσε ανάμεσα στο μαγαζί.

«Αλέξη μου. Αγάπη μου! Η Βάνα θέλει να σου μιλήσει» Τον έπιασε από την μέση ο Andy. «Αχ δεν έχω λόγια» συνέχισε και τον έσφιξε δυνατά, προχωρώντας μαζί του μέσα στο κόσμο παίρνοντας και αυτός μέρος της δόξας.

«Darling» είπε η κ.Βάνα  και τον αγκάλιασε. Ο Αλέξης περίμενε υπομονετικά να ξεκολλήσει  το σκελετωμένο κορμί της στο δικό του και πήρε μια βαθιά ανάσα να για να ηρεμήσει όταν γλίστρησε την γλώσσα της στο μάγουλο του. Κάθισε δίπλα της και παρήγγειλε ένα διπλό Wild Turkey από to μπαρ. Ο Αντί κάθισε δίπλα τους και έβαλε το χέρι του επάνω στο πόδι της.

«Τα έμαθες λοιπόν;» τον ρώτησε αφήνοντας τα γυαλιά της επάνω στο μπαρ.
«Όχι δεν έμαθα τίποτα, κανείς δεν φιλοτιμήθηκε να με πάρει να μου πει» είπε ο Αλέξης δήθεν παρεξηγημένος
«Τι λες κάλε μου, μόνο εγώ σε πήρα τρεις φορές»
«Αλήθεια;» είπε αυτός και το ΥΨΔ τον χτύπησε σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Είχε χάσει το κινητό του; Άρχισε να ψάχνετε και το ακούμπησε στην εσωτερική τσέπη από το σακάκι του. Αναστέναξε ανακουφισμένος.  Κινητό κλειδιά λεφτά τσιγάρα, μάτια κλειστά, θερμοσίφωνας κλειστός  σκέφτηκε στα γρήγορα. Και πάλι το είχε κάνει με την πρώτη. Ευτυχώς γιατί δεν είχε καμιά όρεξη να του χαλάσει την υπέροχη βραδιά μια απρόσμενη κρίση ΥΨΔ.
«Αλέξη darling είσαι εδώ;» του έπιασε το χέρι η Βάνα.
«Ναι ναι εδώ είμαι». είπε και χωρίς να το θέλει το βλέμμα του κατέβηκε στα πόδια της. Ο Andy της είχε σηκώσει λίγο την μακριά φούστα της και είχε χώσει το χέρι του από κάτω, αποκαλύπτοντας ένα μέρος από το μπούτι της . Το δέρμα της ήταν μαραμένο και χαλαρό, λες και προσπαθούσε να γλιστρήσει από το πόδι της και να φτάσει στο πάτωμα. Ο Αλέξης πήρε το βλέμμα του από το αποκρουστικό θέαμα και την κοίταξε στα μάτια. Αυτή του χαμογέλασε πονηρά για ένα δευτερόλεπτο και ύστερα πήρε το συνηθισμένο βαρύ ύφος της.

«Λοιπόν, έστειλα τις φωτογραφίες, και φυσικά ενθουσιάστηκαν.» του είπε αργά. «Αλήθεια;» είπε ο Αλέξης όλο έκπληξη.
«Ω έλα τώρα Αλέξη, η μετριοφροσύνη είναι για τους μέτριους, το λέει και η λέξη. Η υπεροψία είναι για μας. Την αξίζουμε» είπε και ήπιε την τελευταία γουλιά από το μαρτίνι της
«Τελοσπαντων. Η φωτογράφιση θα εκδοθεί φυσικά. Και το επόμενο τεύχος του Egerie...» σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος του. Τα βαθουλωμένα μάτια της άστραφταν από ενθουσιασμό «Θα εκδοθεί και στην Αμερική!».
Αυτό ήταν κάτι που ο Αλέξης όντως δεν το περίμενε, τουλάχιστον όχι τόσο σύντομα. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
«Και τέλος, αυτό που ήθελα να σου πω, είναι ότι θέλω να μπει το όνομα σου δίπλα στο δικό μου»
«Τι;» είπε ο Αλέξης γουρλώνοντας τα ματιά
«Το 20% του Egerie σου ανήκει. Αν φυσικά είσαι έτοιμος για μια ευθύνη σαν αυτή» είπε.
Ο Αλέξης άνοιξε το στόμα του να πει κάτι αλλά ήταν αδύνατον να αρθρώσει έστω και μια λέξη.
«Δεν είναι ανάγκη να μου απαντήσεις τώρα, μπορώ να περιμένω. Ως αύριο» είπε και αμέσως μετά έβγαλε ένα μουγκρητό σαν βήχα.
Ο Αλέξης χωρίς ξανά να θέλει κοίταξε κάτω και είδε ότι το χέρι του Andy τώρα ήταν ανάμεσα στα πόδια της και χάιδευε μια περιοχή που θα έπρεπε να έχει λησμονήσει κάθε άγγιγμα εδώ και δεκαετίες. Μια περιοχή που κανένας άντρας δεν θα έπρεπε να ακουμπήσει αν ήθελε να ξαναδεί το πούλι του να κάτσει το ταβάνι και όχι το πάτωμα.

«Εεε δεν ξέρω τι να πω. Ευχαριστώ Βάνα» είπε ο Αλέξης κατεβάζοντας μια μεγάλη γουλιά από το ουίσκι του.
«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Αύριο. Τώρα πήγαινε να χαρείς την δόξα σου. Σε περιμένουν άλλωστε» είπε και του έδειξε στα δεξιά του. Η Μια ήταν εκεί μαζί με τους υπόλοιπους Γερμανούς. Κουνιόταν στο ρυθμό της μουσικής με και γελούσε με κάτι που της έλεγε ένας από τους μακιγιέρ. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και αυτή τον χαιρέτισε με περίσσιο ενθουσιασμό σηκώνοντας και τα δυο της χέρια ψηλά.
«Α και Αλέξη. Από αύριο να περιμένεις δημοσιογράφους και το πρόσωπο σου παντού. Άρχισαν ήδη τα τηλέφωνα και φρόντισα να μαθευτεί ότι εσύ είσαι ο λόγος που το Egerie πάει στην Αμερική. Πήγαινε τώρα» είπε και τον έσπρωξε απαλά. Ο Αλέξης χωρίς ούτε ο ίδιος του να το περιμένει, γύρισε, αγκάλιασε την Βάνα και της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
«Αχ darling, θα κανείς τον Andy να ζηλέψει» είπε αυτή και του χάιδεψε απαλά το μάγουλο.

Ο Αλέξης πέρασε ξανά μέσα από τον κόσμο και πήγε στην τουαλέτα. Χρειαζόταν οπωσδήποτε μερικές γραμμές για να επεξεργαστεί όλα τα νέα. Μερικές μεγάλες γραμμές.  Αφού χαιρέτισε και δέχτηκε συγχαρητήρια από τρία άτομα τα οποία έβλεπε πρώτη φόρα στη ζωή του έμεινε μόνος του στην μεγάλη ντυμένη με μαύρο μάρμαρο τουαλέτα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και έστρωσε πίσω τα πυκνά μαύρα μαλλιά του. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Μέτοχος στο Egerie; Δεν το φανταζόταν ούτε στα πιο τρελά του όνειρα.
«Αφεντικό στο Egerie» ψιθύρισε στο είδωλο του. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη άλλα ρουφώντας την πρώτη γραμμή, μια απαίσια σκέψη τον χτύπησε σαν γροθιά. Δεν είχε να το μοιραστεί με κανένα.
   Ναι, του άρεσε που πλέον θα μπορούσε να λέει ότι δεν ήταν απλά φωτογράφος του Egerie, άλλα του ανήκε. Φανταζόταν ήδη τον εαυτό του όταν τον ρωτούσαν τι δουλειά έκανε, να τους λέει ότι δεν δουλεύει στο Egerie, ότι ΕΧΕΙ το Egerie, άλλα πέραν αυτού ήθελε να το μοιραστεί με κάποιον δικό του. Με κάποιον που να έχει πραγματικά σημασία.. Στην Βίκυ δεν τον ένοιαζε καν να το πει, ίσως μόνο για να της το τρίψει στα μούτρα, άλλα τίποτα παραπάνω. Ποσό θα ήθελε να το λεγε στον Σταμάτη. Και κυρίως πόσο θα ήθελε να το έλεγε στην Άννα. Να δει εκείνη την γνήσια χαρά στα μάτια της, την αληθινή περηφάνια που θα αισθανόταν για αυτόν.

Ετοίμασε μια ακόμα μεγαλύτερη γραμμή για να αισθανθεί καλύτερα. Έπρεπε να αισθανθεί καλύτερα. Τι στο διάολο είχε πάθει; Δεν γινόταν κάθε μέρα κάποιος συνεταίρος στο Egerie. Ρούφηξε την γραμμή και δάκρυσε από το τσούξιμο στην μύτη του. Έφτιαξε μια φόρα ακόμα τα μαλλιά του και έστρωσε το σακάκι του. Ναι σήμερα ήταν η μέρα του. Και δεν θα την χαλούσε με τέτοιες σκέψεις.
«Σήμερα είναι η μέρα σου» ψιθύρισε στον καθρέφτη και αποφάσισε ότι ήταν καλή ιδέα για μια ακόμα γραμμή. Άρχισε να σπάει τα βραχάκια όταν η πόρτα της τουαλέτας άνοιξε. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρυφτεί. Το Λ ήταν δικό τους μέρος. Ούτε καν γύρισε να κοιτάξει ποιος μπήκε.
«Γεια σου Αλέξη» του είπε μια γλυκιά φωνή στα αγγλικά.
«Μια!»
Αυτή έκλεισε την πόρτα και πλησίασε προς το μέρος του.
«Εμμ εδώ είναι οι αντρικές τουαλέτες» είπε αυτός χαμογελώντας χαζά.
«Το ξέρω είπε αυτή» και του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Φορούσε μαύρο σατέν μακρύ φόρεμα και τα μαλλιά της ήταν πιασμένα πάνω από το αυτί της σε ένα περίτεχνο κότσο, στερεωμένα με ένα όμορφο ασημένιο κοκαλάκι. Τα μάγουλα της ήταν αναψοκοκκινισμένα. Τα γαλάζια μάτια της έλαμπαν.
«Α οκ» είπε ο Αλέξης «Θέλεις;» της πρόσφερε το κομμένο καλαμάκι που κρατούσε.
«Γιατί όχι» είπε αυτή και το πήρε από το χέρι του. Ρούφηξε την γραμμή και για μερικά δευτερόλεπτα κάθισε σκυμμένη πάνω από το κινητό. Ύστερα ξαφνικά πήγε το κεφάλι της πίσω και γέλασε δυνατά
«Ουόου» είπε και ξαναγέλασε. Το καθαρό ειλικρινές γέλιο της ήταν κολλητικό. Ο Αλέξης βρήκε και αυτός τον εαυτό του να γελάει μαζί της. Η θετική ενέργεια που είχε η κοπέλα ήταν σαν την γλυκιά ζέστη που βγάζει το τζάκι όταν βάζεις τα χέρια σου μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα.
«Ω θεέ μου!» είπε αυτή ξύνοντας τη μύτη της.
«Ωραίο ε;»
«Απίστευτο» είπε η Μια και κοιτάχτηκε στο καθρέφτη. Ύστερα γύρισε προς το μέρος του και τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του.
«Λοιπόν;» είπε και έφερε το πρόσωπο της κοντά στο δικό του.
Ο Αλέξης πέρασε και αυτός τα χέρια του γύρω από την μέση της ο στητός κώλος της ήταν τόσο ψηλά που ο Αλέξης αισθάνθηκε λίγο άβολα που τον ακουμπούσε.
«Λοιπόν τι;» είπε.
«Έλα» είπε αυτή και τον οδήγησε σε μια άδεια τουαλέτα. Ο Αλέξης είχε ήδη ξεχάσει μέσα σε δευτερόλεπτα, κάθε άσχημη σκέψη. Για δεύτερη φόρα μέσα στην βραδιά.
Η Μια κόλλησε το κορμί της επάνω στο δικό της και άρχισε να τον φίλα. Αυτός δάγκωσε απαλά τα χείλι της και ήταν σαν να δάγκωνε με μια παχιά ώριμη φέτα από ροδάκινο. Φίλησε τον ιδρωμένο λαιμό της και έπιασε το σφριγηλό στήθος της που γέμιζε ακριβώς την χούφτα του.
«Σε θέλω μέσα μου » είπε αυτή βαριαναστενάζοντας. Έβαλε τα χέρια της στον τοίχο και ο Αλέξης σήκωσε το μακρύ μαύρο φουστάνι της.  Κάτω από αυτό φορούσε κάλτσες που τελείωναν στους μηρούς της σε δαντέλα. Το διάφανες μαύρο στρινγκ έκανε τρομερή αντίθεση με το λευκό δέρμα στο υπέροχο κώλο της. Ο Αλέξης κατέβασε το φερμουάρ του και ελευθέρωσε το πρησμένο μόριο του που φάνταζε τεράστιο σε σχέση με το μικροκαμωμένο σώμα της. Αυτή το έπιασε με το χέρι της και το έβαλε ανάμεσα στα μπούτια της.
Τα έκλεισε και άρχισε να κουνιέται αργά μπρος πίσω. Ήταν τόσο υγρή που το πέος του μπήκε μονό του μέσα της. Αυτή βόγκηξε και έσπρωξε την μέση της μέχρι που μπήκε όλος μέσα της. Την πήρε μέσα στις τουαλέτες τρεις φορές πρώτου λαχανιασμένοι συμφωνήσουν ότι μάλλον έπρεπε να βγουν έξω γιατί πιθανότατα θα τους έψαχναν. Πρώτου βγει από την τουαλέτα του έδωσε ένα παθιασμένο υγρό φιλί στο στόμα και του ψιθύρισε στο αυτή ότι έχει να τελειώσει πάνω από τέσσερα χρόνια.


Ο Αλέξης αφού έμεινε μόνος του στη τουαλέτα προσπάθησε για τουλάχιστον πέντε λεπτά  να βολέψει το σκληρό πέος του στο παντελόνι του που δεν έλεγε να πέσει με τίποτα. Σνιφαρε ακόμα μια γραμμή και βγήκε και αυτός από την τουαλέτα με ένα ηλίθιο χαμόγελο στα χείλη του.

Η υπερβολικά δυνατή μουσική τον έβγαλε από την νιρβάνα του και έπιασε πολλά αδιάκριτα βλέμματα να πέφτουν επάνω του. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά θα ήξερε μέχρι και ο γείτονας της Μια στην Γερμανία τι είχε γίνει στις τουαλέτες. Το περίμενε και δεν τον πείραζε καθόλου. Το ακριβώς αντίθετο. Του άρεσε. Παραπάνω πρεστίζ για τον Αλέξη Χανό.

Κατευθύνθηκε στο μπαρ προσπαθώντας να αποφύγει άτομα που δεν ήθελε να δει και παράλληλα ψάχνοντας άτομα με τα οποία θα μπορούσε να περάσει το υπόλοιπο βραδύ. Αυτό που δεν περίμενε να δει ήταν η Βίκυ που καθόταν με τρία ακόμα μοντέλα σε ένα σταντ δίπλα στο μπαρ.

Πήρε το ποτό του και πήγε προς το μέρος τους.
«Καλώς τον» του είπε Βίκυ και το έδωσε ένα φιλί στο στόμα.
«Καλησπέρα κορίτσια» είπε αυτός στις τέσσερις γυναίκες.
«Αλέξη συγχαρητήρια μωρό μου» άπλωσε το χέρι της η Άννα, η πιο στενή φίλη της Βίκυς. Αν μπρούσκες φυσικά να θεωρήσεις φίλη ένα άτομα που η γυναίκα του αναφερόταν ως 'το σκυλί' όταν αυτή δεν ήταν μπροστά.
«Ευχαριστώ Άννα»
«Να δω ποτέ θα φωτογραφίσεις έμενα» είπε και λύγισε το υπέροχο κορμί της σαν να ποζάρει.
«Σύντομα, πολύ σύντομα» είπε ο Αλέξης και σκέφτηκε ότι πολύ σύντομα επίσης θα του αρέσει να της πετάξει τα μάτια έξω. Θα ήθελε πολύ να δει την αντίδραση της Βίκυς όταν το μάθαινε.
«Καλά Αλέξη, δεν κάλεσες της γυναίκα σου στο πάρτι σου. Θα έπρεπε να παρεξηγηθώ» του είπε με νάζι η Βίκυ τραβώντας του τη μπλούζα.
«Δεν είχα ιδέα ότι θα γινόταν κάτι τέτοιο. Και εγώ τώρα το έμαθα» είπε ο Αλέξης και πήγε να την αγκαλιάσει.
«Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου, ακόμα βρωμάς τον ιδρώτα της» του είπε σιγανά στο αυτί
«Ε;» έκανε ο Αλέξης και μάζεψε τα χέρια του.
«Τι ε; Την πήδηξες;» είπε η Βίκυ κοιτώντας τον βαριεστημένα.«Σιγά μη δεν την πηδούσες»
Η Αλέξης την κοίταξε αυτάρεσκα και δεν είπε τίποτα.
«Ω μεγάλε καλλιτέχνη και πλέον αφεντικό του Egerie, την πήδηξες και αυτήν! Ω τι υπερμέγιστος γαμιάς που είσαι!» σύριξε στο αυτί του. Αν και ήταν κοινό μυστικό ότι ο Αλέξης και η Βίκυ κάναν σεξ πιο συχνά με άλλους παρά μεταξύ τους, οι δυο τους διατηρούσαν την εικόνα του αγαπημένου ζευγαριού πάντα όταν βρίσκονταν μπροστά σε κόσμο.
Ο Αλέξης συνέχισε να την κοιτά, προσπαθώντας να την ψυχολογήσει. Δεν ήξερε αν την πείραζε αυτό με την Μια ή αν ζήλευε για το περιοδικό ή και τα δυο ή το πιθανότερο για τίποτα από τα δυο.
«Ελπίζω να έβαλες προφυλακτικό, σου το ορκίζομαι αν με ξανακολλήσεις τίποτα θα σου το κόψω από την βάση την ώρα που κοιμάσαι. Και τώρα άντε σε καμιά άλλη παρέα γιατί μιλούσαμε» συνέχισε να του μιλάει στο αυτί του.
«Εντάξει μωρό μου θα τα πούμε σπίτι»  είπε δυνατά ο  Αλέξης και έγινε καπνός. Δεν είχε καμιά όρεξη να περάσει ούτε ένα λεπτό ακόμα με την Βίκυ, ειδικά την συγκεκριμένη βραδιά.

Μια ώρα αργότερα συνειδητοποίησε ότι δεν ήθελε γενικά να περάσει με κανέναν από εκεί μέσα την υπόλοιπη βραδιά του. Βαρέθηκε πολύ γρήγορα να ακούει συγχαρητήρια και φιλοφρονήσεις, όχι πως βαριόταν γενικά να ακούει συγχαρητήρια και φιλοφρονήσεις, απλά βαριόταν και δεν είχαν σχεδόν καμιά σημασία για αυτόν να τα ακούει από άτομα που θεωρούσε χαμηλότερα στην τροφική/κοινωνική αλυσίδα. Και εκείνη την στιγμή μέσα στο μαγαζί ήταν κυρίως τέτοια άτομα. Φωτογράφοι, μοντέλα, συντάκτες που τους θεωρούσε κατώτερους ήδη απ ατό πρώτο εξάμηνο που δούλευε στο περιοδικό. Το μοναδικό άτομο που ίσως να θεωρούσε ίσο με αυτόν ήταν η Μια άλλα την έχει ήδη κατακτήσει, με παραπάνω από ένα τρόπο.

Ήπιε στα γρήγορα το ποτό του και βγήκε διακριτικά από το μαγαζί χωρίς να χαιρετίσει κανένα. Πήγε στο αμάξι του προσπαθώντας να σκεφτεί που θα ήθελε να πάει και προς μεγάλη του έκπληξη συνειδητοποίησε ότι ήθελε να πάει σπίτι του. Αύριο τον περίμενε μεγάλη μέρα και ήθελε να είναι ξεκούραστος. Φυσικά με τον ενθουσιασμό που ένιωθε και την ποσότητα της κόκας που είχε στον οργανισμό του ο ύπνος φαινόταν κάτι πολύ μακρινό άλλα ήταν σίγουρος ότι ένα αν όχι δυο υπνοστεντόν θα έκαναν την δουλειά τους.

Τελικά χρειάστηκαν τρία άλλα στις δυο και μισή έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα του σαλονιού. Δευτερόλεπτα πριν λιποθυμήσει ,την ώρα που τρέκλιζε παραζαλισμένος από τα χάπια και προσπαθούσε να φτάσει στον καναπέ, στο μυαλό του έφερε την γυναίκα από το πάρκινγκ να του χαμόγελα σηκώνοντας δυο δάχτυλα. Και για ακόμα μια φόρα ανατρίχιασε σαν να τον χτυπούσε από κάπου κρύος αέρας, μονό που αυτή τη φόρα δεν πρόλαβε να δει αν ήταν η μπαλκονόπορτα ανοιχτή. Έπεσε λιπόθυμος κάτω, με τον εμετό του να λερώνει το πανάκριβο χαλί.



                                                                                             Κώστας Γαβράς




*Αυτό ήταν το 2ο μέρος από το μυθιστόρημα 3 μέρες. Αγαπητέ αναγνώστη σε ευχαριστώ πολύ που το διάβασες και ελπίζω να πέρασες όσο ωραία πέρασα εγώ γράφοντας το.
** Το κείμενο είναι καθαρή μυθοπλασία
*** Ένα θέλεις μπορείς να κανείς like στην σελίδα μου για να δεις πότε θα βγει το επόμενο μέρος η να διαβάσεις κάποια άλλη ιστορία μου.