Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

3 μέρες- Μέρος 3ο(α)

                                                             




ΣΑΒΒΑΤΟ





  
«Μια μέρα mon cheri, μια μέρα»
Άνοιξε απότομα τα μάτια του. Κάποιος ήταν ακριβώς από πάνω του. Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα παγωμένος και ύστερα σήκωσε αργά το κεφάλι του από το πάτωμα. Κοίταξε γύρω του το άδειο σαλόνι κρατώντας την αναπνοή του. 
Μια μέρα...
Με κάποιο τρόπο ήξερε ότι η φωνή που είχε ακούσει ήταν της γυναίκας από το πάρκινγκ. Επίσης ήξερε ότι αυτό ήταν αδύνατον, μιας και πότε δεν της είχε μιλήσει.
Το είχε ονειρευτεί. Μα πως ήταν δυνατόν να τρομάξει έτσι με κάτι τόσο χαζό. Άπλα το είχε ονειρευτεί πριν ακριβώς ξυπνήσει.
Αλλά την είχε ακούσει τόσο κοντά στο αυτί του, είχε νιώσει τα ζεστά χνώτα στο λαιμό του!
 
   Στηρίχθηκε στα χεριά του και σήκωσε το διαλυμένο κορμί του με τρομερή προσπάθεια. Στο πόδι του ένιωσε κάτι υγρό και κρύο. Χαμήλωσε το βλέμμα του μορφάζοντας αηδιασμένος. Η πατούσα του ήταν βουτηγμένη σε μια ασπριδερή λίμνη που έζεχνε αλκοόλ. Σκορπισμένα μέσα υπήρχαν μισοχωνευμένα κομμάτια από φιστίκια μαζί με άλλα συμπαγή κομμάτια αγνώστου ταυτότητας.
Κοίταξε γύρω του ξανά και είδε ότι ήταν μόνος του στο σαλόνι. Φυσικά και ήταν μόνος. Ένα όνειρο ήταν προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του. Αλλά είχε νιώσει την ανάσα της στο δέρμα του.

Μια μέρα...

Το στομάχι του μούγκρισε απειλητικά και πήγε προς το μπάνιο αφήνοντας βρομερά κολλώδη ίχνη στο διάβα του.
   Εντυπωσίασε τον εαυτό του βγάζοντας στην τουαλέτα την διπλάσια ποσότητα από το ίδιο υγρό που αυτή τη στιγμή διαβρωνε το αυθεντικό περσικό χάλι του σαλονιού. Σύρθηκε σχεδόν στα τέσσερα και μπήκε στην μπανιέρα .
Άνοιξε το κρύο νερό και αποφάσισε ότι δεν θα έβγαινε από την μπανιέρα αν δεν ερχόταν στα ίσα του όπως συνήθιζε να λέει ο Σταμάτης. Το παγωμένο νερό επιτέθηκε κυριολεκτικά στις νευρικές του απολήξεις και ούτε πέντε λεπτά αργότερα τύλιξε μια πετσέτα γύρω από το μέση του και βγήκε από το μπάνιο. Δεν είχε συνέλθει εντελώς άλλα είχε ξεπεράσει το στάδιο -πενήντα της εκατό πιθανότητα να λιποθυμήσω στο επόμενο βήμα-. Την στιγμή που άνοιξε την πόρτα του μπάνιου τον τύλιξε η γλυκερή μυρωδιά του εμετού του και έκανε το στομάχι να βγάλει ακόμα ένα μουγκρητό, λιγότερο επιτακτικό όμως από το προηγούμενο.  Άφησε την πετσέτα να πέσει από την μέση του και την έσυρε στο πάτωμα σκουπίζοντας της αηδιαστικές πατημασιές που είχαν ήδη αρχίσει να ξεραίνονται.      
   Έκλεισε την μύτη του και με αρκετό κόπο έσυρε το βρόμικο χάλι ως την μπαλκονόπορτα. Απενεργοποίησε τον συναγερμό βάζοντας νοητό τσεκ ότι η Βίκυ είχε γυρίσει/τον είχε βρει να κοιμάται μέσα στα ξερατά του/δεν είχε δώσει καμιά σημασία, και άνοιξε διάπλατα και τα τέσσερα φύλλα. Έβγαλε στο μπαλκόνι το χάλι και απόλαυσε το πρωινό αεράκι που δρόσισε τον γυμνό κορμί του.
Παράτησε το χαλί στο μπαλκόνι και άναψε τσιγάρο ατενίζοντας το υπερπέραν. Το μυαλό του ήταν πούρες. Αδυνατούσε να σκεφτεί οτιδήποτε. Το χαλί από εδώ και πέρα ήταν δουλειά της Βίκυς ή της καθαρίστριας ή του σκουπιδιάρη. Το ίδιο του έκανε.
   Έφτιαξε ένα δυνατό καφέ και κάθισε στο σαλόνι προσπαθώντας να θυμηθεί την χθεσινή μέρα. Θυμόταν το πάρτι, την Μια , το ποσοστό στο Εζερι, τη φωτογράφιση, άλλα ήταν αδύνατο να θυμηθεί την χρονική ακολουθία των γεγονότων και περαιτέρω λεπτομέρειες.  Ήταν σαν να κοιτούσε μέσα από ένα θόλο τζάμι. Και έξω από αυτό είχε ομίχλη. Πυκνή ομίχλη.
   Σνιφαρε μια χοντροκομμένη γραμμή και ήπιε μονορούφι σχεδόν τον καφέ του. Το τζάμι αρχίσει να ξεθολώνει και η ομίχλη να διαλύεται. Ρούφηξε άλλη μια και το τοπίο σχεδόν καθάρισε.
Μια μέρα.
   Στο μυαλό του έφερε την Μια. Έφερε στο μυαλό του τα αλαβάστρινα πόδια της να ξεπροβάλλουν κάτω από την μακριά μαύρη φούστα της καθώς ανέβαζε το ένα πόδι της στη τουαλέτα. Την έφερε στο νου του να κρατάει το εσώρουχο της στην άκρη και αυτόν να μπαινόβγαινε μέσα της, την μαύρη δαντέλα να τρίβεται ευχάριστα στο πέος του και την Μια να την τράβα με όλο και μεγαλύτερη δύναμη καθώς ο οργασμός της κορυφωνόταν.
Μια μέρα.
Στο μυαλό του έφερε την Βάνα να του λέει για την φωτογράφιση, για το ποσοστό του. Επίσης έφερε και στο μυαλό του το χέρι του Άντυ να σκαλίζει ανάμεσα στα ζαρωμένα μπούτια της, άλλα έδιωξε γρήγορα την σκέψη αυτή. Το στομάχι του δεν ήταν ακόμα σε θέση να περάσει τέτοιες δοκιμασίες.

Μια μέρα... 
Μια μέρα
ΜΙΑ ΜΕΡΑ

   Όσο και αν προσπαθούσε ήταν αδύνατον βγάλει αυτές τις δυο γαμημένες λέξεις από το κεφάλι του. Ήταν δυο λέξεις μονό άλλα στο μυαλό του ακουγόντουσαν τόσο δυσοίωνες. Τελεσίδικες. Τερματικές. Και του τις είχε ψιθυρίσει ενώ κοιμόταν, είχε σκύψει από πάνω του. Ακόμα χειρότερα, ο νους του την έφερνε να αιωρείται από πάνω του, όπως στα θρίλερ.
«Μην λες βλακείες» είπε δυνατά στον αέρα ,άλλα η φωνή του ακούστηκε τόσο σπασμένη και αβέβαιη που  αυτό τον τρόμαξε ακόμα πιο πολύ.
Μια μέρα.
Ήταν τρομοκρατημένος. Θα πάθαινε κρίση πανικού η όπως σκατά το λένε αυτοί οι περίεργοι αδύναμοι χαρακτήρες που παθαίνουν τέτοια πράγματα. Ένιωθε την ανάσα του να μικραίνει, τα πνευμονία του συρρικνωνόντουσαν. Πότε δεν είχε τρομάξει τόσο στη ζωή του, ακόμα και σαν μικρο παιδάκι.
Μονό που σαν παιδάκι. δεν ρουφούσα 10 γραμμα καθαρή κολομβιανή κάθε μέρα. ούτε σε τρεις μερες μέρες έπινα το αλκοόλ που αντιστοιχεί σε ένα φυσιολογικού άνθρωπο για μια ζωή σκέφτηκε και μειδιασε. Φυσικά. Αυτό ήταν. Αυτό έφταιγε, θα ρουφούσε ακόμα μια μεγάλη μυτιά και όλα θα έστρωναν. Άπλα δεν έχει στρώσει χαρακτήρα ακόμα, που έλεγε και ο Αντυ, με δυο μυτιές δεν στρώνει κάνεις χαρακτήρα έλεγε. Το τρία είναι ο μαγικός αριθμός από εκεί και πέρα στρώνεις χαρακτήρα. Έτρεμε τόσο που η λευκή γραμμή που ήταν μπροστά του και είχε κάνει τουλάχιστον δυο λεπτά να την σπάσει και να την απλώσει, σε κάποιο άλλο σύμπαν ή διάσταση μπορεί να λεγόταν ευθεία άλλα στο δικό μας σίγουρα όχι.
   Σνιφαρε την γραμμή πηγαίνοντας το καλαμάκι ζικ ζακ επάνω στο μεταλλικό δίσκο. και ήταν τόσο μεγάλη που στο τέλος ζαλίστηκε λίγο από το πέρα δώθε.
Καθώς η κοκαΐνη μούδιασε πρώτα τη μύτη του, το πάνω χείλος του και ύστερα απλώθηκε στον εγκέφαλο του την ένιωσε σαν αγκαλιά στοργικής μητέρα που έδιωξε την μαυρίλα και τον φόβο του. Όχι εντελώς άλλα ένα μεγάλο μέρος.
«Ναι αυτό είναι. Αυτό είναι. Α στο διάολο» μουρμούρισε και άρχισε να σπάει ένα ακόμα βραχάκι.  Σήμερα έπρεπε να είναι μια καλή μέρα. Μια ήμερα χαράς και γιορτής.
«Χαρά και γιορτή. Ναι!» μουρμούρισε ξανά λίγο ενθουσιασμένος καθώς του ήρθε μια ιδέα. Μια καλή ιδέα. Κοίταξε απέναντι το μπαρ διπλά από το ηχοσυστημα και τα παλιά του βινύλια. Πίσω από τη βιτρίνα στο τελευταίο ράφι στεκόταν αρχοντικό και μονάχο του ένα ξύλινο κουτί. Για το συγκεκριμένο κουτί είχε πληρώσει το υπέρογκο πόσο τον 72.000 ευρώ. Και μέσα περιείχε ένα από το σαράντα μπουκάλια του ''Macallan 1926''. Και αν σήμερα δεν ήταν η κατάλληλη μέρα, δεν ήξερε ποια άλλη θα μπορούσε να είναι. Έτσι όπως ήταν γυμνός εντελώς, ένιωθε ότι ήταν επίσης, κατάλληλα ντυμένος για μια τέτοια εμπειρία.
   Άνοιξε την βιτρίνα και κατέβασε ευλαβικά σχεδόν το ξύλινο παλιό κουτί. Έσπασε το βουλοκέρι και το άνοιξε. Πήρε μια βαθιά αναπνοή από τη μυρωδιά του ξύλου που ήταν λες και είχε ποτίσει από τα αρώματα του ουισκιου που φυλούσε τόσα χρονιά. Έβγαλε το μπουκάλι από το μοβ βελούδο και το άνοιξε προσεκτικά. Την στιγμή που άνοιξε τον φελλό το βαρύ άρωμα του παλαιωμένου ουσκιού πλημμύρισε τον χώρο. Η διάθεση του ανέβαινε σταδιακά όλο και περισσότερο. Στο μυαλό του είχε αρχίσει ήδη να σκέφτεται ξανά την Μια και πόσες ακόμα ''Μιες'' θα είχε την δυνατότητα να γνωρίσει και να κατακτήσει από εδώ και πέρα.
   Άρχισε να συνειδητοποιεί ότι σήμερα θα γινόταν μέτοχος σε ένα από τα πιο ανερχόμενα και καλύτερα περιοδικά σχεδόν παγκοσμίως. Έμενε η Ασία φυσικά, άλλα η Ασία ήταν κοινό μυστικό ότι δεν έχει μόδα. Άπλα ακολουθεί. Και όχι άπλα μέτοχος και συντάκτης όπως ήταν η Βανα. Μέτοχος και φωτογράφος. Χιλιάδες προοπτικές ανοίγονταν μπροστά του. Το όνομα του Αλέξη Χανού πλέον θα σταματούσε να είναι άπλα ένα όνομα, διάολε θα γινόταν ιδέα, νόημα. Θα άνοιγε το δικό του κεφάλαιο στον κόσμο της κουλτούρας και της μόδας. Και ίσως όχι απλά κεφάλαιο αλλά βιβλίο ολόκληρο.
   Η διάθεση του πλέον σχεδόν είχε φτάσει στο επίπεδο που ήθελε, και απογειώθηκε κυριολεκτικά όταν ήπιε την πρώτη γουλιά από το κεχριμπαρένιο πότο που κρατούσε στο χέρι του. Σαν λάτρης και συλλέκτης ουισκιων είχε δοκιμάσει πολλά καλά και μερικά πάρα πολύ καλά.  Τίποτα όμως δεν συγκρινόταν με αυτό που γευόταν εκείνη την στιγμή. Είχε την βαριά γεύση του ξύλου που εξαφανίστηκε σχεδόν μετά την πρώτη επαφή με την γλώσσα και έδωσε την θέση της σε ένα συνδυασμού από φράουλα με τζιντζερ και αποξηραμένα φρούτα, αφήνοντας μια καπνιστή επιγευση . Η εφορία που του προκάλεσε θα μπορούσε κάλλιστα να συγκριθεί με την πρώτη του εμπειρία στον μαγικό κόσμο της κοκαΐνης.

   Είχε καταχωνιάσει τις δυο κωλολεξεις στην πιο απομακρυσμένη γωνιά του μυαλού του και τώρα αισθανόταν άπλα τελεία. Τις δυο τελευταίες μέρες άλλαζε τόσο γρήγορα και δραματικά διάθεση που σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν και διπολικός η κάτι τέτοιο. Γέλασε με την ιδέα.
Απόλαυσε ακόμα ένα ποτήρι από το εκλεκτό πότο και ανέβηκε στον πάνω όροφο για να ντυθεί σφυρίζοντας ένα ξέγνοιαστο σκοπό.
   Σταμάτησε απότομα το σφύριγμα όταν πέρασε μπροστά από την κρεβατοκάμαρα και έκανε μερικά βήματα πίσω. Στο κρεβάτι κοιμόταν γυμνή η Βίκυ. Τα μαλλιά της απλώνονταν σε μια χρυσή βεντάλια γύρω από το κεφάλι της. Φορούσε μόνο ένα απλό ροζ στρινγκ με ένα μεταξένιο φιογκάκι σαν ουρίτσα. Στο δεξί μέρος του κώλου της είχε μια δαγκωνιά που σίγουρα δεν την είχε κάνει αυτός. Ο Αλέξης είχε πάνω από δυο χρονιά. να κάνει σεξ στην γυναίκα του χωρίς την μπλε βοήθεια, άλλα αυτή την στιγμή έτσι όπως την έβλεπε ξαπλωμένη μπρούμυτα φαινόταν τόσο αισθησιακή και όμορφη που ένιωσε το πέος του να σκληραίνει και ρίχνοντας μια μάτια κάτω το επιβεβαίωσε.
    Πήγε στο κρεβάτι και κατέβασε το εσώρουχο της μέχρι τα γόνατα. Η Βίκυ έκανε ένα σιγανό «μμμμ» και έδωσε την συγκατάθεση της ανοίγοντας τα ποδιά της λίγο παραπάνω.  Άρχισε να την χαϊδεύει απαλά στα ποδιά, ύστερα στους μηρούς και τον κώλο, ακουμπώντας φευγαλέα ανάμεσα στα ποδιά της. Όταν έβαλε για πρώτη φορά το δάχτυλο του μέσα της αργά και βασανιστικά σχεδόν, έμεινε έκπληκτος με το πόσο υγρή ήταν.
   Η Βίκυ τελείωσε φωνάζοντας και κάνοντας το κρεβάτι μούσκεμα ούτε 2 λεπτά αφού μπήκε μέσα της και ο Αλέξης δεν άργησε να ακολουθήσει εκσπερματώνοντας με τεράστια ποσότητα επάνω στον σφριγηλό κώλο της.

«Ήμουν σίγουρη» είπε η Βίκυ γυρνώντας ανάσκελα.
«Χμ;» είπε ο Αλέξης που ήδη σκεφτόταν τι θα φορέσει.
«Λέω ήμουν σίγουρη και περίμενα ένα κάλο πήδημα σήμερα!»
«Τι εννοείς»
«Εννοώ ότι δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι πιο διεγερτικό για σένα από αυτό που έγινε χθες, και δεν εννοώ που γάμησες την Γερμανίδα» είπε η Βίκυ  και σκούπισε με το σεντόνι την μέση και τα οπίσθια της «Μιλάω για τη φωτογράφιση και το ποσοστό. Μερικές φόρες αναρωτιέμαι αν όταν την παίζεις σκέφτεσαι ότι είσαι ο βασιλιάς του κόσμου!»
 Ο Αλέξης μορφασε απαξιωτικά και σηκώθηκε από το κρεβάτι χωρίς να μιλήσει. Πηγή στην ντουλάπα και αποφάσισε να φορέσει. το Bottega Veneta που είχε αγοράσει τον προηγούμενο μηνά και τρωγόταν να το φορέσει. χωρίς όμως ακόμα να είχε βρει την κατάλληλη ευκαιρία. Ως σήμερα φυσικά. Έβαλε το μπλε σκούρο κουστούμι, τα καφέ LouisVuitton σκαρπίνια και τον παλιό δερμάτινο χαρτοφύλακα που είχε βάλει στοίχημα να τον κρατήσει μέχρι να σχιστεί και πήγε στο σαλόνι . Την ώρα που έστρωνε τα μαλλιά του στον ολόσωμο καθρέφτη η Βίκυ βγήκε από την κουζίνα με μια αχνιστή κούπα καφέ ακόμα φορώντας ξανά μόνο το ροζ εσώρουχο της και για πέντε δευτερόλεπτα έμεινε κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό.
«Εεεε βασικά, είσαι πολύ όμορφος Αλέξη» είπε και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω του.
« Το ξέρω» είπε ο Αλέξης. Της γύρισε την πλάτη και βγήκε από το σπίτι.



  


*Αυτό ήταν το 3ο μέρος από το μυθιστόρημα 3 μέρες. Αγαπητέ αναγνώστη σε ευχαριστώ πολύ που το διάβασες και ελπίζω να πέρασες όσο ωραία πέρασα εγώ γράφοντας το.
** Το κείμενο είναι καθαρή μυθοπλασία
*** Ένα θέλεις μπορείς να κανείς like στην σελίδα μου για να δεις πότε θα βγει το επόμενο μέρος η να διαβάσεις κάποια άλλη ιστορία μου.